Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Στίλπων ο Μεγαρεύς (4ο προς 3ο αι πΧ).




Δεν είναι ακριβώς γνωστή η χρονολογία γέννησης και θανάτου του, αναφέρεται πάντως ότι πέθανε σε βαθύ γήρας στη γενέτειρα του τα Μέγαρα. Όμως γνωρίζουμε ότι ο φιλόσοφος ήταν σύγχρονος του Δημήτριου του Πολιορκητή και του Πτολεμαίου του Σωτήρος.
Ο Στίλπων ήταν ένας από τους σημαντικότερους και διακεκριμένους φιλοσόφους της Μεγαρικής Σχολής καθώς υπήρξε γνωστός για την αυστηρότητα των ηθών, την αφιλοκέρδεια και την αξιοπρέπειά του. Σημαντικός λοιπόν, μεταξύ των ‘’μεγαρικών’’ φιλοσόφων υπήρξε ο Στίλπων, που συν της άλλης, πιστός στη μεταφυσική αρχή της ενότητας πολέμησε τη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα και η δράση τής φιλοσοφικής του σκέψη πλησίαζε αρκετά την Κυνική Σχολή. Άλλοι σημαντικοί διδάσκαλοι της Μεγαρικής φιλοσοφικής Σχολής ήταν ο ιδρυτής της Ευκλείδης, μαθητής του Σωκράτη, ο Ιχθύας, ο Διόδωρος Κρόνος, ο Ευβουλίδης απ’ τη Μίλητο και ο Αλεξίνιος από την Ηλεία.
Η Μεγαρική Σχολή είχε σύντομη ζωή διότι αργότερα συγχωνεύτηκε με τον κυνισμό και τη φιλοσοφία της Στοάς. Ώστε αναπτύχθηκε μια παιγνιώδης αντίληψη περί της Μεγαρικής φιλοσοφίας καθώς και η φήμη ότι οι Μεγαρείς: ‘’κτίζουν σπίτια σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ και τρώνε σαν να είναι το τελευταίο τους γεύμα’’.
Σύμφωνα βέβαια με τη γραμμή της Μεγαρικής Σχολής ο Στίλπωνας δεχόταν ένα ον, το ακίνητο και απόλυτο και αρνούνταν την πολλαπλότητα των όντων. Επίσης αναιρούσε και τα είδη, δηλαδή το ενδιάμεσο ανάμεσα στο απόλυτο ον και το επιμέρους ον. Καθώς όμως με την άρνηση των ειδών ο φιλόσοφος αρνούνταν και τα άτομα, γιατί γι' αυτόν το ον είναι αδιαίρετο, αγέννητο και αθάνατο. Το ανώτατο αγαθό γι’ αυτόν είναι η απάθεια.
Αξιομνημόνευτοι μαθητές του υπήρξαν ο Ζήνων ο Κυτιεύς, ιδρυτής του Στωικισμού κι ο Μενέδημος όπου ίδρυσε στην Ερέτρια την Ερετριακή Σχολή .
Για την ηθική του Στίλπωνα είναι μόνο γνωστό ότι θεωρούσε ως το μεγαλύτερο αγαθό την απάθεια της ψυχής. Όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Στίλπων είχε γράψει εννιά διάλογους που ήταν: "Μόσχος", "Αρίστιππος ή Καλλίας" "Πτολεμαίος", "Χαιρεκράτης", "Μητροκλής","Αναξιμένης", "Επιγένες", "Προς την εαυτού θυγατέρα", "Αριστοτέλης". Δυστυχώς, δεν έχει διασωθεί κανένας.
Ο φιλόσοφος συμφωνώντας με τον Διογένη τον κυνικό δίδασκε πως το ανώτατο αγαθό για τον άνθρωπο πρέπει να είναι η απάθεια και πως ο φιλοσοφημένος άνθρωπος είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη περιουσίας ή φίλων για να ευτυχήσει.
Στην εποχή του Στίλπωνα, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, βασιλιάς της Μακεδονίας κατέλαβε και λεηλάτησε τα Μέγαρα. Όταν ρώτησε τον Στίλπωνα αν κατά τη λεηλασία οι στρατιώτες του πήραν κάποιο περιουσιακό στοιχείο, ο Στίλπων απάντησε: "Δεν παρατήρησα κανέναν να αποκομίζει την Επιστήμη".
Αργότερα συγκρούστηκε με τον προκάτοχό του στην ηγεσία της Μεγαρικής Σχολής Διόδωρο τον Κρόνο, σε συζήτηση που έγινε μπροστά στον βασιλιά Πτολεμαίο. Όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Διόδωρος δε μπόρεσε να δώσει απάντηση στα διαλεκτικά προβλήματα που του υπέβαλε ο Στίλπων και ο Πτολεμαίος τον ειρωνεύθηκε για την άγνοια του. Ο Διόδωρος προσβλήθηκε βαριά και έφυγε. Κατόπιν για να αντικρούσει τον Στίλπωνα έγραψε ολόκληρο βιβλίο, έπεσε όμως σε βαριά κατάθλιψη και τελικά πέθανε!
Τον πρώτο καιρό λέγετε πως ο Στίλπων δίδασκε στην Αθήνα, όμως οι Αθηναίοι εξόρισαν τον φιλόσοφο από την πόλη τους, γιατί είχε αμφισβητήσει τη θεότητα της Αθηνάς και ως φανερώνεται δεν δεχόταν την πολυθεΐα.
‘Ετσι, ο Στίλπων δικάστηκε και καταδικάστηκε από τους Αθηναίους για ασέβεια προς τα μνημεία των θεών, και η ποινή ήταν εξορία.
(Διογένης Λαέρτιος,II,116). Κείμενο: ‘’τοῦ τό ν φασιν περὶ τῆ ς Ἀ θηνᾶ ς τῆ ς τοῦ Φειδί ου τοιοῦ τό ν τινα λό γον ἐ ρωτῆ σαι· "ἆ ρά γε ἡ τοῦ Διὸ ς Ἀ θηνᾶ θεό ς ἐ στι;" φή σαντος δέ "ναί " "αὕ τη δέ γε, " εἶ πεν, "οὐ κ ἔ στι Διό ς, ἀ λλὰ Φειδί ου·" συγχωρουμέ νου δέ "οὐ κ ἄ ρα, " εἶ πε, "θεό ς ἐ στιν. " ἐ ν ᾧ καὶ εἰ ς Ἄ ρειον πά γον προσκληθέ ντα μὴ ἀ ρνή σασθαι, φά σκειν δ' ὀ ρθῶ ς διειλέ χθαι· μὴ γὰ ρ εἶ ναι αὐ τὴ ν θεό ν, ἀ λλὰ θεά ν· θεοὺ ς δὲ εἶ ναι τοὺ ς ἄ ρρενας. Καὶ μέ ντοι τοὺ ς Ἀ ρεοπαγί τας εὐ θέ ως αὐ τὸ ν κελεῦ σαι τῆ ς πό λεως ἐ ξελθεῖ ν. Ὅ τε καὶ Θεό δωρον τὸ ν ἐ πί κλην θεὸ ν ἐ πισκώ πτοντα εἰ πεῖ ν, "πό θεν δὲ τοῦ τ' ᾔ δει Στί λπων; ἢ ἀ νασύ ρας αὐ τῆ ς τὸ ν κῆ πον ἐ θεά σατο;" ἦ ν δ' ἀ ληθῶ ς οὗ τος μὲ ν θρασύ τατος· Στί λπων δὲ κομψό τατος’’.
Μετάφραση: Αυτός, λένε, ρώτησε κάποτε έτσι για το άγαλμα της Αθηνάς που είχε φτιάξει ο Φειδίας: "Είναι θεός η Αθηνά, η κόρη του Δία; ", και σαν του είπαν "ναι", "μα αυτή δεν είναι του Δία, είναι του Φειδία", αποκρίθηκε. Και καθώς συμφωνούσαν, συμπέρανε: "άρα δεν είναι θεός". Για την κουβέντα του αυτή προσήχθη ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου δεν αρνήθηκε ότι τα είπε, αλλά υποστήριξε ότι σωστά μίλησε: "γιατί πράγματι δεν είναι θεός, αλλά θεά, αφού μόνον οι άρρενες είναι θεοί". Πλην όμως οι Αρεοπαγίτες τον διέταξαν να φύγει αμέσως από την πόλη. Τότε και ο Θεόδωρος τον ρώτησε κοροϊδευτικά: "Κι από πού το ξέρεις αυτό, Στίλπωνα; Μήπως της σήκωσες το φουστάνι και είδες; Ήταν αυτός στα αλήθεια θρασύτατος· ο Στίλπων δε υπέροχος" .

Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Σωκράτης (10ο Μέρος)

Για να κατανοήσουμε περισσότερο την προσωπικότητα του Σωκράτη θα πρέπει να δούμε την καθημερινότητα εκείνης της εποχής, τις πολιτικές κατευθύνσεις και πεποιθήσεις των κατοίκων της πόλεως που έζησε όλη τη ζωή του. Ακόμα θα πρέπει να μελετήσουμε την οικογένεια και τους χώρους που εργαζόταν οι αρχαίοι εκείνοι άνθρωποι και πως περνούσαν την ελεύθερη ώρα τους. Θα προσπαθήσω όσο γίνετε πιο αντικειμενικά να φέρω τις υπαρκτές απεικονίσεις και μαζί να ξεδιπλώσουμε μια εποχή μακρινή μας, αλλά πάρα πολλή γνώριμη. Είναι σημαντικό να μελετήσουμε γιατί ο Αριστοφάνης και γενικότερα η πνευματική ελίτ ήθελαν τον Σωκράτη περιθωριακό “κράχτη” διανοούμενο και όχι ισότιμο μέλος της φιλοσοφικής και καλλιτεχνικής Αθήνας. Τους ενοχλούσαν φανερά, πρώτον οι ριζοσπαστικές ιδέες του φιλοσόφου για την κοινωνία. Απόδειξη η θερμή σχέση που είχε με την «εταίρα» Ασπασία.
Το δεύτερο αίτιο ήταν καθαρά ιδεολογικό. Ο Αριστοφάνης ανήκε στη “διεθνιστική” Δημοκρατική ελίτ που ήθελε εσωστρέφεια και ειρηνιστική λήθη με τους Πέρσες. Αντίθετα ο Σωκράτης ήθελε τη συμμαχία Αθήνας-Σπάρτης για την εξόντωση της περσικής απειλής. Ο φιλόσοφος, ως εκπρόσωπος του εθνικισμού των εμποροβιοτεχνών, ήξερε ότι οι Φοίνικες θα χρησιμοποιούσαν την υποδομή της περσικής αυτοκρατορίας για να τσακίσουν το ελληνικό εμπόριο και να καθυποτάξουν το ανερχόμενο ελληνικό πολιτιστικό ρεύμα.

Γνωρίζουμε σαφώς τα πολιτεύματα που ήταν, Αριστοκρατία-Ολιγαρχία- Τυραννία-Δημοκρατία. Όμως παρ’ όλα αυτά, ήταν μια κοινωνία μόνο ανδρών και που με τα τελευταία στοιχεία του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αμερικής στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών, θα διαπιστώσουμε σοκαρίστηκα, ότι υπήρξε μια επιπλέων και διαφορετική οικονομική ζωή των αρχαίων Ελλήνων αλλάζοντας μερικός την ιδέα που είχαμε για τα συμπόσια. Εκείνο που δεν μπορεί και δεν υπάρχουν αποδείξεις για να αλλάξει είναι: οι φιλοσοφικές συζητήσεις των ανθρώπων που έχουν καταγραφεί. (Εδώ πρέπει να δηλώσω πως δεν υιοθετώ απαραίτητα τις μελέτες των Κ. Μπλέϊζεμπι, Α. Γκλέϊζεν και Λ. Φοξχολ, τις παραθέτω όμως διότι είναι μια ήδη κατοχυρωμένη άποψη της παγκόσμιας αρχαιολογικής κοινότητας.)

«Η αρχαιολόγος Κλερ Κέλι Μπλέιζεμπι από το Λιντς της Μεγάλης Βρετανίας έπειτα από μελέτη ευρημάτων, που χρονολογούνται από το 475 έως το 323 π.Χ., θεωρεί πως τα σπίτια των αρχαίων Ελλήνων στέγαζαν όχι μόνο τις οικιακές δραστηριότητες της εκάστοτε οικογένειας, αλλά συχνά λειτουργούσαν και ως κάβες πώλησης κρασιού ή και ταβέρνες για επιτόπια κατανάλωση.
Η Βρετάνη αρχαιολόγος, όπως αναφέρει το επιστημονικό περιοδικό “Νιου Σάιεντιστ”, (
new scientist), προβληματίστηκε από το γεγονός ότι, ενώ πολλά από τα έργα των αρχαίων συγγραφέων αναφέρουν γενναίες ομαδικές κρασοκατανύξεις, οι αρχαιολόγοι δεν είχαν εντοπίσει ποτέ ίχνη από αρχαίες ταβέρνες. Αντιθέτως πολλά είναι τα ποτήρια και τα κύπελλα που ανέσυραν από τις ανασκαφές σε οικίες. Τόσα πολλά, όπως λέει, ώστε να μην είναι δυνατόν να προορίζονταν μόνο για χρήση από τους ενοίκους του κάθε σπιτιού. Άρα, σημειώνει, ήταν απαραίτητα για τους πελάτες που επισκέπτονταν τα σπίτια. Όμως μία άλλη αρχαιολόγος, η καναδή Άλισον Γκλέιζεν, στην ίδια συνεδρίαση θα σοκάρει ακόμη περισσότερο. Αυτή πιστεύει ότι πολλά σπίτια ήταν παράλληλα και χαμαιτυπεία! Ισχυρισμό που στηρίζει στα ευρήματα ερωτικών παραστάσεων, ιδιότυπων αντικειμένων και σκευών που βρίσκουν οι αρχαιολόγοι στις ανασκαφές. Το τελικό συμπέρασμα των… ειδικών είναι ότι απλά αλλάζει η εικόνα που είχαν για τις οικονομικές δραστηριότητες των αρχαίων Ελλήνων. Ή, όπως λέει η επίσης αρχαιολόγος Λιν Φόξχολ, οι ανακοινώσεις δείχνουν την πολλαπλότητα των δραστηριοτήτων στις οποίες επιδίδονταν όσοι κατοικούσαν στα κτίρια των μεγάλων αστικών κέντρων της αρχαίας Ελλάδας.»

Τα οικήματα που διέμεναν οι Αθηναίοι (οικίες), είχαν τα ονόματα των ανδρών, όπως σπίτι του Πλάτωνα, του Θεμιστοκλή κ.τ.λ. Σε μεγάλη κλίμακα των περισσοτέρων αστών, ήταν σπίτια απλά και μονόστεγα που διαμοιράζονταν σε τρία μέρη, τον ανδρωνίτη που έβλεπε προς τον δρόμο, τον γυναικωνίτη που βρισκόταν πίσω και το θυρωρείο ή θυρώνα που ήταν το σπίτι του δούλου θυρωρού και οι στάβλοι. Από τον θυρώνα έμπαιναν στην σκεπαστή αυλή του ανδρωνίτη, και που στις περισσότερες τούτες αυλές συναντούσαμε τον βωμό για τους Εφεστίους θεούς. Εδώ στην αυλή του ανδρωνίτη είναι τα ανάκλιντρα που γινόντουσαν οι εστιάσεις των ανδρών, δηλαδή τα συμπόσια. Στο τέλος της αυλής υπήρχε η μέσαυλος λεγόμενη πόρτα που οδηγούσε στην αποκομμένη με ψηλούς τοίχους αυλή του γυναικωνίτη όπου ζούσαν και εργάζονταν τα γυναικόπαιδα και οι δούλες.

Ας ξεκινήσουμε να κατατάξουμε την ανθρώπινη εικόνα με την γυναίκα της εποχής εκείνης.

Από ηθική, κοινωνική και νομική άποψη η γυναίκα τον πέμπτο αιώνα π.Χ., θεωρούταν και ήταν υποδεέστερη του ανδρός, αλλά και κτήμα του (ζούσε υπό την συνεχόμενη κηδεμονία κάποιου), από την στιγμή της γέννησής της ως και το θάνατό της. Σε όλη δηλαδή την διάρκεια της ζωή της βρίσκονταν υπό επιτροπεία, την οποία ονόμαζαν «κυριεία», ενώ τον επίτροπό της «κύριο». Με τον γάμο της η γυναίκα απλώς άλλαζε κηδεμόνα. Από την επιτροπεία του πατέρα της ή του μεγαλύτερου αδελφού της ερχόταν στην επιτροπεία του συζύγου της. Ακόμη και μετά το θάνατό του δεν υπάρχει περίπτωση να βρει την αυτεξουσιότητάς της. Ο μεγαλύτερός της γιός γίνεται κηδεμόνας της. Και αν δεν υπήρχε γιός τότε αναλάμβανε ένας από τους πλησιέστερους άρρενες συγγενείς της. Τις άδικες τούτες αντιλήψεις για την γυναίκα, δικαιολογούσαν οι αρχαίοι καθώς επικαλούνταν τηνφυσική, πνευματική, και ηθική γυναικεία αδυναμία, η οποία εξασθενίζει την θέληση των γυναικών και τις καθιστούσε εύκολη λεία των επιτήδειων. Χαρακτηριστική είναι η επί τους θέματος αντίληψη του Αριστοτέλη:

«Ὁ μὲν γὰρ δοῦλος οὐκ ἔχει τὸ βουλευτικόν, τὸ δὲ θῆλυ ἔχει μέν, ἀλλ’ ἄκυρον, ὁ δὲ παῖς ἔχει μὲν ἀλλ’ ἀτελές»

Βάση του νομικού πλαισίου υπήρχε η τάξη των γυναικονόμων (κάτι ανάλογο θα λέγαμε σήμερα με την αστυνομία)

Οι γυναικονόμοι στην αρχαία Αθήνα ήταν οι άρχοντες (άγνωστο πόσοι), οι οποίοι είχαν έργον τους την εποπτεία των ηθών των γυναικών. Όπως είναι άγνωστος ο αριθμός αυτών, έτσι είναι άγνωστος και ο χρόνος κατά τον όποιον εισήχθηκε η αρχή αυτή στην Αθήνα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτή είχε εισαχθεί από τα χρόνια του Σόλωνα, άλλ’ ότι συν τω χρόνω από εξ αρχής περιορισμένης στην επίβλεψη μόνον των ηθών των γυναικών επεκτάθηκε και στην επίβλεψη των ηθών των ανδρών, καταστώντας μια αστυνομική αρχή της Αθήνας, και ότι επί Δημήτριου του Φαληρέα κατέστη πάλι αρχή ανεξάρτητη. Άλλοι δε, αφού δεν γίνεται μνεία αυτής στο «Άθηναίων Πολιτεία» του Αριστοτέλη, υποστηρίζουν ότι οι γυναικονόμοι καταστάθηκαν από τον Δημήτριο τον Φαληρέα.

(«Οι γυναικονόμοι συνέπρατταν μετά των αρεοπαγιτών, όντες οιονεί υπάλληλος αρχή αυτών, φρόντιζαν να τηρείται, ιδιωτική (!) και δημοσία, ευσχημοσύνη και ευκοσμία, επέβαλλαν δε την ποινή του προστίμου στις άκοσμες και ανέγραφαν τα ονόματα αυτών μετά της επιβληθείσης ποινής σε πινακίδα την οποία εκθέτανε σε κάποιον πλάτανο στο Κεραμεικό.

Επέβαλλαν πρόστιμο σε αυτούς που εκδήλωναν υπέρμετρα την θλίψη τους και που θρηνούσαν γοερώς για δικής τους ή άλλη συμφορά και στις γυναίκες που έφεραν ιματισμό απαγορευμένο δια νόμου. Γενικά κόλαζαν κάθε ακολασία και ακοσμία. Εκτός των Αθηνών μνημονεύονται γυναικονόμοι και στις Συρακούσες και στην Σάμο, και στην Γαμβρεία της Μ. Ασίας, και στην Ανδάνια της Μεσσηνίας, όπου επιμελούνταν και των πομπών, και στην Χαιρώνεια της Βοιωτίας κατά τόν Πλούταρχο.»

Πηγή: Γ.Δ. Καψάλης, Πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Η, σελίδα 781)

Συνεχίζετε…

Σωκράτης (9ο Μέρος)

Σωκράτης: Πόση ήταν η επίδραση του στον Αριστοτέλη.

Επέλεξα να μελετήσουμε τον Αριστοτέλη για τον λόγο ότι έζησε είκοσι χρόνια μέσα στην Ακαδημία του Πλάτωνα αλλά και δεν είχε κανένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον Σωκράτη. Ζυγίζοντας τη σκέψη του όσο πιο αμερόληπτα μπορούσε, είχε σαν σκοπό, όπως και για όλους τους προκατόχους του, να μελετήσει τις ιδέες τους και να τις δοκιμάσει στη λυδία λίθο των δικών του φιλοσοφικών προϋποθέσεων, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο είχαν συνεισφέρει στην πρόοδο της φιλοσοφίας και εάν ήταν ακόμη χρήσιμες για ενσωμάτωση σένα καινούργιο φιλοσοφικό σύστημα, ή κατά πόσο έπρεπε να απορριφθούν ως λανθασμένες. Έτσι δεν υπήρξε καμία αισθηματική εμπλοκή, όπως στην περίπτωση του Αριστοφάνη (ο οποίος με φανερό μίσος διακωμωδούσε τον Σωκράτη), καθώς του Ξενοφών και του Πλάτωνα(οι οποίοι ενδιαφέρονταν ειλικρινά να υπερασπιστούν τη μνήμη του φίλου τους, «του πιο δίκαιου ανθρώπου της εποχής του»).

Για να γνωρίσει τον Σωκράτη ο Αριστοτέλης είχε βέβαια τα συγγράμματα του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, του Αισχίνη και άλλων σωκρατικών όπως του Αντισθένη, καθώς και «τα λεγόμενα άγραφα δόγματα» του Πλάτωνα, στα οποία αναφέρεται σένα σημείο. Πάνω απ’ όλα είχε μπροστά του τους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους και για είκοσι χρόνια την προσωπική διδασκαλία του ίδιου του Πλάτωνα.

Είχε έρθει στην Αθήνα μόλις δεκαοκτώ χρονών, διότι η φήμη της πλατωνικής σχολής είχε φθάσει και στη βορινή πατρίδα του. Ο Πλάτων έλειπε τότε στη Σικελία, αλλά οι διάλογοι είχαν κυκλοφορήσει, και τίποτε άλλο δεν μπορούσε να είναι φυσικότερο για τον ενθουσιώδη νεαρό από το να τους διαβάσει και να προετοιμαστεί έτσι για την επιστροφή του μεγάλου άνδρα. Ότι τους είχε διαβάσει, επιβεβαιώνεται απ’ το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να σκεφτεί καμιά καλύτερη πηγή έμπνευσης για τις δικές του πρώτες προσπάθειες στο γράψιμο. Όπου ο θάνατος του φίλου του Εύδημου τον παρακίνησε να γράψει περί αθανασίας πάνω στο πρότυπο του Φαίδωνα, ενώ η κεντρική μορφή του διαλόγου του Νέρινθος ήταν ένας χωρικός, ο οποίος είχε τόσο πολύ εντυπωσιαστεί από την ανάγνωση του Γοργία, ώστε εγκατέλειψε το χωράφι και τ’ αμπέλια του για να αφοσιωθεί ολόψυχα στον Πλάτωνα. Από την άποψη τούτη, ο Αριστοτέλης έμεινε πιο πίσω απ’ την υπόλοιπη Ακαδημία, η οποία το 367, με την καθοδήγηση του Πλάτωνα, ήταν ήδη απορροφημένη με τις οντολογικές και επιστημονικές δυσκολίες που δημιουργούσε η θεωρία των υπερβατικών ιδεών και έτεινε όλο και περισσότερο προς μαθηματικές λύσεις των φιλοσοφικών προβλημάτων. Μπορούμε να νιώσουμε κάπως τον νεαρό έφηβο, και που στην ωριμότητά του θα εκφράσει τη λύπη του που «για τους νεότερους η φιλοσοφία έχει γίνει μαθηματικά»(Μεταφ. 992α32), εάν εκείνη την περίοδο έβρισκε λίγο δύσκολο να παρακολουθήσει τις συζητήσεις τους και στρεφόταν με ανακούφιση στα πιο σωκρατικά θέματα της ηθικής και της αθανασίας, που πραγματεύονταν αυτοί οι διάλογοι.

Τώρα ο Αριστοτέλης που γεννήθηκε το 384, δεν είχε το πλεονέκτημα της προσωπικής γνωριμίας με τον Σωκράτη. Είχε όμως τα ανεκτίμητο πλεονέκτημα να έχει εργαστεί επί είκοσι χρόνια στην Ακαδημία όταν σχολάρχης ήταν ο Πλάτων, πράγμα που θα του έδωσε τη μοναδική ευκαιρία να μάθει αυτό ακριβώς που θέλουμε να ξέρουμε περισσότερο από κάθε τι άλλο, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στη φιλοσοφία του Σωκράτη και τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Ο Ξενοφών, έχοντας συγκεντρώσει φιλόπονα, από μνήμης κι από άλλες πηγές, αναμνήσεις γύρω απ’ το Σωκράτη και τις συζητήσεις του, τις χρησιμοποίησε όσο καλύτερα μπορούσε και με τον δικό του, συχνά αδέξιο και πεζό τρόπο, για να υπερασπιστεί τη ζωή και το παράδειγμα του. Ο Πλάτων όμως προσφέρει μια σειρά από φιλοσοφικά και λογοτεχνικά αριστουργήματα, τους δραματικούς διαλόγους, στου οποίους όμως δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τι προέρχεται από τον ίδιο τον Σωκράτη, τι έχει μετασχηματιστεί απλώς από την καλλιτεχνική δύναμη του συγγραφέα και τι αντιπροσωπεύει το αποτέλεσμα των παρατηρήσεων του ίδιου του Πλάτωνα πάνω στις συνέπειες της σκέψης του διδασκάλου του και της προσπάθειάς του να την ενισχύσει απέναντι στην κριτική. Ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής ίσως να μας δίνει την απάντηση.

(402a)Παρ’ όλου που νομίζουμε ότι η γνώση και η επιστήμη είναι από τα ωραία και πολύτιμα πράγματα, αλλά άλλη από τις επιστήμες υπερέχει άλλης ή για την ακρίβεια (τα μαθηματικά ) ή γιατί υπάρχει γνωριμία πραγμάτων πιο υψηλών και θαυμασιωτέρων (όπως η αστρονομία), όμως την ιστορία της ψυχής (σήμερα θα λέγαμε ψυχολογία ), δυνάμεθα και για τους δύο αυτούς λόγους να την τοποθετήσουμε ανάμεσα των πρώτων επιστημών. Φαίνεται πως η γνώση της ψυχής είναι (έχει) μεγάλη συμβολή στη γνώση της όλης αλήθειας (της φιλοσοφικής σκέψης για την ψυχή) και μάλιστα της φύσεως . Γιατί η ψυχή είναι η αρχή των πλασμάτων, τα οποία έχουν ζωή. Αναζητούμε να εξετάσουμε και να μάθουμε πρώτα τη φύση και την ουσία της ψυχής (για τον Σωκράτη, γνώρισμα της ψυχής), έπειτα τι πραγματικά είναι και τι φαινομενικά αυτής (ψυχής), από τα οποία άλλα μεν φαίνονται ότι είναι ιδιάζοντα της ψυχής πάθη, άλλα δε ότι υπάρχουν και ζώα καθώς έχουν κι εκείνα ψυχή.

(402a)

Τῶν καλῶν καὶ τιμίων τὴν εἴδησιν ὑπολαμβάνοντες, μᾶλλον δ’ ἑτέρανἑτέρας κατ’ ἀκρίβειαν

τῷ βελτιόνων τε καὶ θαυμασιωτέρων εἶναι, δι’ ἀμφότερα ταῦτα τὴν περὶτῆς ψυχῆς ἱστορίαν

εὐλόγως ἂν ἐν πρώτοις τιθείημεν. δοκεῖ δὲ καὶ πρὸς ἀλήθειαν ἅπασαν ἡγνῶσις αὐτῆς μεγάλα

συμβάλλεσθαι, μάλιστα δὲ πρὸς τὴν φύσιν· ἔστι γὰρ οἷον ἀρχὴ τῶν ζῴων.ἐπιζητοῦμεν δὲ

θεωρῆσαι καὶ γνῶναι τήν τε φύσιν αὐτῆς καὶ τὴν οὐσίαν, εἶθ’ ὅσα συμβέβηκε περὶ αὐτήν· ὧν τὰ

μὲν ἴδια πάθη τῆς ψυχῆς εἶναι δοκεῖ, τὰ δὲ δι’ ἐκείνην καὶ τοῖς ζῴοιςὑπάρχειν.

Και παρακάτω γράφει για απόδειξη της ψυχής (Αριστοτελική γνώμη), και διαίρεση (Πλατωνική άποψη). Ο Αριστοτέλης του οποίου τα ενδιαφέροντα είναι καθαρά φιλοσοφικά, μας λέει με λίγες κοφτές προτάσεις που, κατά τη γνώμη του, τελειώνει η σκέψη του Σωκράτη και αρχίζει η σκέψη του Πλάτωνα. Αυτός ήξερε και συνεπώς η συμβολή του είναι ανεκτίμητη: «επί Σωκράτους το δε ζητείν τα περί φύσεως έληξε, προς την χρήσιμη αρετή και την πολιτική δε απόκλεινον οι φιλοσοφούντες».

Δεν έχω καμία πρόθεση να επιχειρήσω να σας οδηγήσω μέσα από τον τρομερό λαβύρινθο των αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων που έχουν διατυπωθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα, αλλά ίσως να παραστεί ανάγκη για συζήτηση, αν μου επιτραπεί να παραθέσω μια δυο γνώμες ανθρώπων από αυτούς που έχουν πει τα πιο πρόδηλα και λογικά πράγματα και με τα οποίους θα επιθυμούσα να συνταχθώ κι εγώ.

(Είναι δυνατόν να κάνουμε στα σοβαρά την υπόθεση ότι μέσα στα είκοσι χρόνια που ο Αριστοτέλης ήταν μέλος της σχολής του Πλάτωνα, να μην έμαθε πολλά από τον Πλάτωνα, ή από παλαιότερα μέλη της σχολής, για την προέλευση της θεωρίας των Ιδεών, όπως ακριβώς έμαθε τόσα πράγματα για τις νεότερες ιδέες του Πλάτωνα, που δεν βρίσκουμε πουθενά στους διαλόγους; Είναι υπερβολικά απίθανο, και επιπλέον έχουμε άμεσες αποδείξεις ότι δεν είναι αλήθεια. Πρώτα απ’ όλα, ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε να είχε μάθει απ’ τους διαλόγους ότι ο πρώτος δάσκαλος του Πλάτωνα ήταν ο Κρατύλος. Δεν υπάρχει τίποτε στον Κρατύλο ή σε κανένα άλλο πλατωνικό έργο που να υποδουλώνει κάτι τέτοιο. Ύστερα, κι αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, η δήλωση πως ο Πλάτων και όχι ο Σωκράτης «διαχώρισε» τις καθολικές έννοιες [τα καθόλου] και τις ονόμασε Ιδέες, δείχνει πως δεν έπαιρνε κατά γράμμα τα πολλά χωρία των διαλόγων όπου ο Σωκράτης κάνει τούτα τα δύο πράγματα.)

Συνεχίζεται….

Σωκράτης (8ο Μέρος)

Η ιδέα ενός θεϊκού νου (για τον Σωκράτη ο Απόλλωνας), που περίπουαντιστοιχεί στον δικό μας, αλλά ήταν καθολικός και περισσότερος καθαρός (απ’ τις αργότερα προσμίξεις άλλων παραδόσεων, ξένων προς το ελληνικό πνεύμα), ήταν πλατιά διαδεδομένη τον πέμπτο αιώνα στην Αθήνα και αποδίδεται στον Σωκράτη απ’ τον Ξενοφώντα. Στην Απολογία δε του Πλάτωνα ο Σωκράτης λέει ότι ήταν λάθος να παρακούσει τις εντολές του θεού από φόβο μήπως πεθάνει (28e), και ότι όσο κι αν αγαπούσε τους Αθηναίους, θα υπακούσει στον θεό μάλλον παρά σ’ αυτούς (29d), ότι ο θεός τον έστειλε στην πόλη για το συμφέρον της (30d-e) και ότι οι θεοί δεν αδιαφορούν για την τύχη του καλού ανθρώπου(41d). Υποστηρίζει μάλιστα ότι δεν είναι θεμιτόν ο καλύτερος να βλάπτεται απ’ τον χειρότερο (30d) και ότι ο παράγοντας που το υπαγορεύει δεν είναι ασφαλώς ανθρώπινος αλλά απ’ τους θεούς, θεϊκός. Τόσο η Απολογία όσο και ο Ευθύφρων αναφέρουν ότι έπαιρνε σοβαρά (το θεϊκό σημείο), το δαιμόνιο, το οποίο θεωρούσε φωνή θεού. Στο χωρίο 29d ο Σωκράτης έχει στο νου του τον Απόλλωνα και το χρησμό του, ενώ στο 41d μιλάει για τους θεούς στον πληθυντικό καταδεικνύοντας την θρησκευτική του άποψη. Όλα τούτα αποτελούν γνωστές σωκρατικές θέσεις, τις βασικές αρχές των οποίων μπορεί να βρει κάποιος επαναλαμβανόμενες πολλές φορές στα σωκρατικά έργα. Κατά συνέπεια δεν δοκιμάζουμε έκπληξη που ο Σωκράτης στον Αλκιβιάδη φανερώνει τη τέχνη του επιμελείσθαι εαυτό, έχοντας πρώτα αποδείξει ότι η γνώση του εαυτού μας σημαίνει γνώση ψυχής και όχι ένα ά-ψυχο σώμα. Τι είναι όμως η τέχνη αυτή; Θα πρέπει πρώτα να μάθει κανείς τη φύση και το σκοπό οποιουδήποτε πράγματος, για να μπορέσει να το κατασκευάσει, να το επιδιορθώσει ή να το φροντίσει καταλλήλως. Έτσι και στη ζωή δεν μπορούμε να έχουμε μία τέχνη για τη βελτίωση του εαυτού μας πριν καταλάβουμε πρώτα καλά τι είμαστε. Άρα το πρώτο μας καθήκον είναι να συμμορφωθούμε προς την δελφική εντολή ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ, διότι απ’ την στιγμή που γνωρίζουμε τον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε και πώς να τον φροντίζουμε, ενώ διαφορετικά δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ. (128b-129a, 124a Την επιδοκιμασία του δελφικού παραγγέλματος την ξαναβρίσκουμε στον πλατωνικό Φαίδρο 229e και στα Απομν. του Ξενοφώντα (4,2,24 και 3,9,6), όπου το να μην γνωρίζει κάποιος τον εαυτό του ισοδυναμεί με το να μην έχει επίγνωση της άγνοιάς του, ένα είδος αφροσύνης που αποκαλύφθηκε ήδη στον Αλκιβιάδη. Ο Πλούταρχος προς Κωλέτην (1118c), αναφέρει πως ο Αριστοτέλης έλεγε ότι αυτό το δελφικό απόσπασμα υπήρξε η αφετηρία των σωκρατικών ερευνών για τη φύση του ανθρώπου). Πως τώρα φτάνουμε σ’ αυτή τη γνώση του πραγματικού εαυτού μας; Φτάνουμε, κατά τον Σωκράτη πάντα, μέσω μιας άλλης διάκρισης ανάμεσα στον χρήστη ενός πράγματος και στο ίδιο το πράγμα που χρησιμοποιεί. Ο Αλκιβιάδης υποχρεώνεται πρώτα να παραδεχτεί πως τα δύο αυτά πράγματα είναι πάντοτε διαφορετικά: αυτός και ο Σωκράτης είναι άνθρωποι που συνομιλούν χρησιμοποιώντας λόγους, αλλά οι λόγοι τους οποίους χρησιμοποιούν είναι κάτι διαφορετικό από τους ίδιους. Ο τσαγκάρης είναι άλλο πράγμα απ’ το κοπίδι και το βελόνι του, το ίδιο κι ο μουσικός απ’ το όργανό του. Μα μπορούμε να πάμε ακόμα πιο μακριά. Ο τσαγκάρης σαν παράδειγμα, ή οποιοσδήποτε άλλος τεχνίτης, δεν χρησιμοποιεί μόνο τα εργαλεία του, αλλά και τα χέρια του και τα μάτια του. Αυτό μπορούμε να το γενικεύσουμε και να πούμε ότι το σώμα συνολικά είναι κάτι που το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να πραγματοποιεί τους σκοπούς του, τα πόδια π.χ., για να τον πηγαίνουν όπου θέλει, κ.ο.κ. Και αν δεχτούμε ότι η παραπάνω γενίκευση έχει νόημα, θα πρέπει να δεχθούμε και το ότι, όταν μιλάμε για τις προσωπικές ιδιότητες ενός ανθρώπου, εννοούμε κάτι διαφορετικό από το σώμα του – στην πραγματικότητα κάτι που χρησιμοποιεί το σώμα ως όργανό του. Αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο εκτός από την ψυχή, η οποία, κατά τον Σωκράτη, χρησιμοποιεί και ελέγχει (άρχει) στο σώμα. Κατά συνέπεια αυτός που είπε γνώθι σαυτόν στην ουσία μας προστάζει να γνωρίσουμε την ψυχή μας (130c). Για να επιστρέψουμε στη διάκριση που κάναμε προηγουμένως, η γνώση του σώματος είναι γνώση ενός πράγματος που προσιδιάζει σε κάποιον όπως το παπούτσι προσιδιάζει στο πόδι, αλλά όχι γνώση του αληθινού εαυτού του.

Και κατά τον ίδιο τρόπο το να φροντίζεις για το σώμα σου δεν σημαίνει ότι φροντίζεις για τον αληθινό εαυτό σου. Το να γνωρίζεις τον εαυτό σου είναι συγχρόνως μια διανοητική και μια ηθική επίγνωση, διότι σημαίνει ότι αυτό που η φύση προόρισε ως κυρίαρχο στοιχείο είναι ο εαυτός, (η ψυχή), όχι το σώμα: το να γνωρίζεις τον εαυτό σου σημαίνει πως ελέγχεις, τον εξουσιάζεις (σώφρων, 131b και 133c).

Τα παραπάνω ίσως διαφωτίζουν κάπως όσα είπαμε για την Σωκρατική νοησιαρχία, σ’ αυτό επίσης το σημείο ο Σωκράτης χρησιμοποιεί την ίδια επιχειρηματολογία για να εκφράσει την αντίθεσή του στα ισχύοντα ερωτικά κριτήρια: Ο ίδιος μπορεί σωστά να χαρακτηριστεί ως εραστής του Αλκιβιάδη, γιατί αγαπά την ψυχή του. Όσοι όμως αγαπούν το σώμα του δεν αγαπούν τον Αλκιβιάδη, παρά μόνο κάτι που του ανήκει. Όλα αυτά αποτελούν γνωστές σωκρατικές θέσεις, και που έχει αποδείξει ότι γνώση του εαυτού μας σημαίνει γνώση της ψυχής και όχι του σώματος. Συνεχίζοντας αποκαλύπτετε ότι, αν θέλουμε να μάθουμε τι είναι ψυχή, πρέπει να εξετάσουμε κυρίως εκείνο το τμήμα της όπου εδρεύει η αρετή της, για να προσθέσει αμέσως πως αυτή η αρετή της ψυχής είναι η σοφία. Το να ξέρει κανείς τι είναι κάποιο πράγμα σημαίνει να ξέρει ποιο σκοπό εξυπηρετεί, και έχουμε ήδη ανακαλύψει ότι τούτο το έργον, ή ο σκοπός της ψυχής, είναι να διευθύνει, να κυβερνά ή να ελέγχει. Ότι η αρετή είναι η γνώση αληθεύει σε όλη την κλίμακα των ανθρωπίνων επαγγελμάτων. Η αρετή του τσαγκάρη είναι η γνώση του σκοπού που εξυπηρετούν τα παπούτσια και η γνώση της κατασκευής τους, η αρετή του γιατρού είναι η γνώση του σώματος και της φροντίδας του. Και η αρετή του ολοκληρωμένου ανθρώπου, και ως ατόμου και ως κοινωνικού όντος, είναι η γνώση των ηθικών και πολιτικών αρετών – της δικαιοσύνης, της ανδρείας και των άλλων – τις οποίες όλοι οι φιλόδοξοι Αθηναίοι πολιτικοί ισχυρίζονταν απερίσκεπτα ότι κατανοούσαν, ενώ ο Σωκράτης είχε το δυσάρεστο καθήκον να τους δείξει ότι αγνοούσαν (ακόμη και ο ίδιος εξάλλου) ολότελα τη φύση αυτών των αρετών. Εδώ έχουμε ολόκληρο το σκεπτικό που βρισκόταν πίσω από την παραίνεση στην Απολογία για επιμέλεια της ψυχής και για γνώση και αλήθεια μάλλον, παρά για πλούτο ή δόξα, κάτι που δεν θα ταίριαζε, ή μάλλον θα ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί σένα λόγο μπροστά στους δικαστές κατά τη διάρκεια της δίκης του.

Το επόμενο ζήτημα που θίγεται στον Αλκιβιάδη έρχεται μάλλον απροσδόκητα για τον σύγχρονο αναγνώστη, αλλά ο Σωκράτης το εισαγάγει χωρίς κανέναν πρόλογο: «Μπορούμε να αναφέρουμε», ρωτάει (133c) «κανένα θεϊκότερο γνώρισμα της ψυχής εκτός από αυτό που σχετίζεται με τη γνώση και τη σκέψη; Άρα αυτή η πλευρά της μοιάζει με το θεό, και εάν κανείς έχει τα μάτια του στραμμένα προς αυτή την κατεύθυνση και κατανοήσει όλη τη θεϊκότητά της – τη σοφία- τότε θα γνωρίσει πλήρως τον εαυτό του». Ο θεός, συνεχίζει, αντικατοπτρίζει τη φύση της ψυχής καθαρότερα και ζωηρότερα απ’ οτιδήποτε άλλο στις ψυχές μας και επομένως, μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε ως καθρέπτη και για την ανθρώπινη φύση, εάν αυτό που αναζητούμε είναι η αρετή της ψυχής και αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να δούμε και να καταλάβουμε τους εαυτούς μας.

Συνεχίζετε…

Σωκράτης (7ο Μέρος)

(Απολ. 21b): «Τι μπορεί να εννοεί ο θεός; Τι άραγε υπαινίσσεται; Γνωρίζω πολύ καλά ότι δεν είμαι καθόλου σοφός. Τι εννοεί λέγοντας ότι είμαι ο σοφότερος απ’ όλους; Δεν μπορεί να ψεύδεται: αυτό δεν θα του άρμοζε». Αυτό λοιπόν που ξεκίνησε να αναιρέσει ήταν το προφανές νόημα του χρησμού, η φαινομενική σημασία των λέξεων, και για να βρει την απάντηση στο αίνιγμα του. Η μέθοδός του για τη διερεύνηση της σημασίας του χρησμού ήταν μια ακούραστη ανάκριση Αθηναίων από διάφορα επαγγέλματα, προκειμένου να ανακαλύψει εάν κάποιος απ’ αυτούς ήταν σοφότερος απ’ τον ίδιο. Και εξακολουθούσε την εξέταση αυτή και μετά την ανακάλυψη του διδάγματος του χρησμού, γιατί, έχοντας μάθει ο ίδιος, κατάλαβε πως επιθυμία του θεού Απόλλωνα ήταν ότι όφειλε να το μεταδώσει και στους άλλους. Αυτό του έπαιρνε τόσο πολύ χρόνο, ώστε του απόμενε ελάχιστος για τις δημόσιες ή τις ιδιωτικές του υποθέσεις, «και η υπηρεσία μου τούτη προς τον θεό με έχει φέρει σε μεγάλη φτώχεια.»(23b)

Ακόμη και συστηματικοί φιλόσοφοι, με τις ιδέες τους να διαιωνίζονται καταγραμμένες σε πολύτομα έργα, ερμηνεύονται με ποικίλους τρόπους απ’ τους οπαδούς τους. Τούτο ήταν πολύ πιο βέβαιο ότι θα συνέβαινε με τον Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε μόνο προφορικά και επέμενε στο πως το μοναδικό του πλεονέκτημα απέναντι στους άλλους ήταν ότι αυτός είχε συνείδηση της άγνοιάς του. Υπηρέτησε τη φιλοσοφία με τον ίδιο τρόπο που ισχυριζόταν πως υπηρέτησε και τον αθηναϊκό λαό, όντας δηλαδή μια ενοχλητική αλογόμυγα που τον τσίμπαγε και τον εξωθούσε σε καινούργιες δραστηριότητες. Μεγάλο μέρος της επιρροής του δεν οφειλόταν σ’ αυτά που έλεγε, αλλά στη σαγηνευτική προσωπικότητά του και στον υποδειγματικό τρόπο που έζησε και πέθανε. Στην συνέπεια και την εντιμότητα με την οποία ακολουθούσε τη φωνή της συνείδησής του (δαιμόνιο), παρά στο ότι υιοθετούσε κάποια πεποίθηση ή κρατική εντολή, μόνο και μόνο επειδή ήταν γενικά αποδεκτή ή είχε επιβληθεί. Ταυτόχρονα όμως αναγνώριζε ανεπιφύλακτα το δικαίωμα της πόλης, στην οποία όφειλε τους γονείς του, τη μόρφωσή του, την ισόβια προστασία του, να τον μεταχειρίζεται κατά την κρίση της, εάν δεν μπορούσε να την πείσει να κάνη διαφορετικά. Αναπόφευκτα λοιπόν μετά τον θάνατό του, οι πιο ανόμοιοι φιλόσοφοι και σχολές μπορούσαν να ισχυριστούν ότι βαδίζουν στα βήματα του, μολονότι μερικοί τουλάχιστον από αυτούς ίσως να φαίνονται εντελώς αντι-σωκρατικοί στα φιλοσοφικά τους συμπεράσματα. Έχουμε να κάνουμε μένα εμπνευσμένο συζητητή, εξαιρετικά ευφυή και με μοναδική ικανότητα για λογικές διακρίσεις, ο οποίος ήταν προετοιμασμένος να αφιερώσει όλο το χρόνο στην εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, με την πεποίθηση ότι η ζωή δεν ήταν ένα χάος δίχως νόημα ή το απάνθρωπο παιχνίδι μιας αδιάφορης ανώτερης δύναμης, αλλά ότι είχε μια ορισμένη κατεύθυνση και σκοπό. Επομένως, τίποτε άλλο δεν ήταν πιο σπουδαίο γι’ αυτόν ή για τους άλλους από το να αναρωτιούνται συνεχώς ποιο είναι το καλό για τον άνθρωπο και ποια είναι η αποκλειστικά ανθρώπινη αρετή, με την οποία θα μπορούσαν να κατακτήσουν αυτό το καλό.

Ο Σωκράτης αποδοκίμαζε την ακραία ατομικιστική σχετικοκρατία στην πίστη των σοφιστών, που έλεγε: "πως ορθό για κάποιον ήταν οτιδήποτε θεωρούσε η ίδια ορθό". Οι σκοποί, άρα και τα μέσα, καθορίζονταν εξ αντικειμένου, και μόνο ο ειδήμων μπορούσε να τους επιτύχει, ενώ ο αδαής όχι. Εξ ου και η επιμονή του Σωκράτη να «επαναφέρει τη συζήτηση στον ορισμό». Εκεί όπου ο Σωκράτης πήγε πολύ πιο βαθειά στη θεωρία για τον εαυτό, την ψυχή, (από τις θρησκείες, σοφιστές και λοιπά), ήταν στο ότι διαπίστωσε την ανάγκη γι’ αυτόν τον τυπικό ορισμό που ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να ξεπεραστεί διότι είναι η βάση της ανθρώπινης πνευματικής σωστής κοινωνικής λειτουργίας. Στην πραγματικότητα ήξερε πάρα πολύ καλά πως επρόκειτο για αναζήτηση και μελέτη δύσκολη και μακροχρόνια, όπου μπορούσε να κρατήσει μία ολόκληρη ζωή, αλλά θα ήταν μία γεμάτη από αρετές ζωή. Διότι «ή ζωή δίχως έλεγχο είναι ανάξια για τον άνθρωπο»(Απολ.38a). Όχι, δεν ισχυριζόταν πως ήξερε τη γνώση που ταυτιζόταν με την αρετή, αλλά μόνο ότι είχε την ιδέα της επίγνωσης του ορθού τρόπου με τον οποίο αναζητείται. (Τούτο είναι που τον αποκαλύπτει μοναδικό στην παγκόσμια σκέψη, γιατί δεν ξεχωρίζει από το ανθρώπινο σύνολο σαν μονάδα που θα το οδηγήσει στην όποια βιωτή για να χαλιναγώγηση και να διαμορφώσει δουλικά την σκέψη του! Όπως παρατηρούμε δυστυχώς στις κατοπινές θρησκευτικές διαδρομές που δημιουργήθηκαν από τις δικές του αρχές).

Ο Φαίδων είναι ένας διάλογος εμπνευσμένος από τον Σωκράτη αλλά από ορισμένες σημαντικές απόψεις τον υπερβαίνει. Για πολλούς ο ισχυρισμός πως τα σωκρατικά στοιχεία μπορούν να διακριθούν απ’ τα πλατωνικά θα φανεί αλαζονικός, μα το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι να ακολουθήσει την κρίση του και ν’ αφήσει την ετυμηγορία στους άλλους. Έχω ήδη παρουσιάσει ένα διάγραμμα του χαρακτήρα του Σωκράτη, βασισμένο στις πιο αξιόπιστες κατά τη γνώμη μου μαρτυρίες, και σε αυτήν ακριβώς την εντύπωση από την προσωπικότητά ως σύνολο του πρέπει να στραφούμε για να απαντήσουμε τι πίστευε ο Σωκράτης. Η κατεξοχήν αρετή του είναι η σοφία και το φρονείν, ενώ βελτίωση της ψυχής σημαίνει και αλήθεια (Απολ. 29b)

Η λέξη Ψυχή για τον πέμπτο αιώνα σήμαινε ανδρεία και εύψυχος ήταν ο ανδρείος, εκείνος που ζούσε και νοητικά γενναία, ενώ η προσωρινή απώλεια της ψυχής (σημερινή λιποθυμία) σήμαινε και λεγόταν λιποψυχία. Τόσο στην ορφική όσο και στην Ιωνική παράδοση των φυσικών φιλοσόφων, τούτη η ζωική ουσία ήταν ένα τμήμα από τον αέρα ή αιθέρα του περιβάλλοντος, που είχε εγκλειστεί σένα σώμα για να ξαναενωθεί μαζί του. Αν και υλική, αυτή η ουσία ήταν το πνευματικό (θεϊκό )στοιχείο (που έχουν πάρει σήμερα και λένε/γράφουν ότι τους έρθει κάποιοι θρησκευόμενοι συγγραφείς), όπου και μόνο συνδεόταν με την διανοητική ικανότητα , όπως είναι η ψυχή και στον Σοφοκλή, εκεί όπου ο Κρέων λέει ότι μόνο η εξουσία αποκαλύπτει την ψυχή που είναι η σκέψη και ο νους ενός ανθρώπου (Αντιγ. 175-177) «αμήχανον δε παντός ανδρός εκμαθείν ψυχή τε και φρόνημα και γνώμην, πριν αν αρχαίς τε και νόμοισιν εντριβής φανή». Οι οπαδοί του Σωκράτη.

Για να μάθουμε ποιοι ήταν οι κοντινότεροι οπαδοί και συγχρόνως με πάθος φίλοι του Σωκράτη δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα καλύτερο παρά να δούμε όσων ο Πλάτων φροντίζει να αναφέρει ονομαστικά στον Φαίδωνα(59b) λέγοντας ότι βρισκόταν κοντά του τις τελευταίες του ώρες στη φυλακή, ή εκείνων για των οποίων την απουσία αισθάνθηκε την ανάγκη να δώσει μία εξήγηση. Ο Απολλόδωρος, Φαίδων, Κριτόβουλος, Κρίτων, Ερμογένης, Επιγένης, Αισχίνης, Αντισθένης, Κτήσιππος, Μενέξενος, Σιμμίας, Κέβης, Φαιδωνίδης, Ευκλείδης, Τερψίων. Ήταν λοιπόν δεκαπέντε οι οπαδοί του, και κάποιοι από αυτούς είχαν ιδιαίτερη αξία ως προς την επιρροή της φιλοσοφικής σκέψης του Σωκράτη. Δηλαδή πόσο τους είχε επηρεάσει η ξεχωριστή μοναδική άποψη για την ζωή. Μαθητές του πυθαγόρειου Φιλόλαου, υπήρξαν ο Σιμμίας και ο Κέβης που έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις συζητήσεις του Φαίδωνα για την αθανασία.

Συνεχίζετε….

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Σωκράτης (6ο Μέρος)

Νομίζω ότι ξεκαθαρίστηκε πως ο Σωκράτης δεν ήταν ένας από τους σοφιστές όσο κι αν θέλησε ο Αριστοφάνης να τον παρουσιάσει έτσι. 1ο ) Γιατί δεν δεχόταν ποτέ χρήματα. 2ο )Διότι ο Σωκράτης ουδέποτε ασχολήθηκε με την φυσική (των σοφιστών) φιλοσοφία. Αντίθετα είναι οκύριος μετατραπείς της φιλοσοφίας προς τον «έσω» άνθρωπο (εαυτό, ψυχή). Από την άλλη πάλιμεριά οι Νεφέλες απαλλάσσουν τον Σωκράτη από την ευθύνη της ανήθικης διδασκαλίας τωνσοφιστών.

Στις Νεφέλες ο Αριστοφάνης κάνει μάλιστα νύξη για το θεϊκό σημείο ή τον πνευματικό οδηγό, ή απλώς δαιμόνιο για να τον υποβιβάσει ακόμα πιο πολύ.

Υπάρχουν και άλλες πολλές μαρτυρίες που δείχνουν μια λιγότερο ορθολογιστική πλευρά του Σωκράτη. Τόσο ο Πλάτων όσο και ο Ξενοφών αναφέρονται συχνά σε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε το δαιμόνιο του, δηλαδή κάτι σαν θεϊκό εσωτερικό σημείο ή μάλλον τον πνευματικό οδηγό. Στην Απολογία του Πλάτωνα (31d) το περιγράφει ως εξής:

[31d] δαιμόνιον γίγνεται [φωνή], δὴ καὶ ἐν τῇ γραφῇ ἐπικωμῳδῶν Μέλητος ἐγράψατο. ἐμοὶ δὲτοῦτ᾽ ἔστιν ἐκ παιδὸς ἀρξάμενον, φωνή τις γιγνομένη, ὅταν γένηται, ἀεὶ ἀποτρέπει με τοῦτο ἂνμέλλω πράττειν, προτρέπει δὲ οὔποτε. τοῦτ᾽ ἔστιν μοι ἐναντιοῦται τὰ πολιτικὰ πράττειν.

Σε μετάφραση νεοελληνική:

«(Νιώθω) το δαιμόνιο να γίνεται [φωνή], (κάτι το θεϊκό ή υπερφυσική δύναμη) που ο Μέλητος διακωμωδεί στο κατηγορητήριο του. Πρωτοεμφανίστηκε στην παιδική μου ηλικία και από τότε είναι συνέχεια μαζί μου, κάτι σαν φωνή που, όποτε την ακούω, πάντοτε με αποτρέπει από κάτι που επρόκειτο να κάνω, ενώ ουδέποτε με προτρέπει. Αυτό είναι που με εμπόδισε να πάρω μέρος στα πολιτικά πράγματα.»

Δύο σημεία από αυτό το χωρίο εμφανίζονται και σε άλλα έργα του Πλάτωνα. Στον Ευθύφρονα (3d), ο Ευθύφρων κάνει την εικασία ότι το δαιμόνιο είναι η βάση της κατηγορίας του Μέλητου σχετικά με την εισαγωγή ξένων θεών, ενώ στην Πολιτεία (496c), ο Σωκράτης λέει πως το δαιμόνιο είναι αυτό που τον έχει κρατήσει μακριά από την ενεργό πολιτική. Μετά την καταδίκη του λέει στους φίλους του:

Σε μετάφραση νεοελληνική:

[40b] «Άλλες φορές στο παρελθόν το συνηθισμένο μου προφητικό σημείο μου εναντιωνόταν επίμονα, ακόμη και σε εντελώς ασήμαντα θέματα, όταν ήταν να κάνω κάτι όχι σωστό. Τώρα μου έχει συμβεί, όπως βλέπετε, αυτό που ο καθένας θα θεωρούσε το χειρότερο από όλα τα κακά. Κι όμως, ούτε όταν έφευγα από το σπίτι μου ούτε όταν έπαιρνα τη θέση μου στο δικαστήριο ούτε σε κάποιο σημείο της απολογίας μου εναντιώθηκε. Σε άλλες περιπτώσεις με έχει σταματήσει στη μέση μιας πρότασης, αλλά αυτή τη φορά και σε αυτή την υπόθεση δεν μου έχει εναντιωθεί ούτε σε μία μου λέξη ή πράξη.»

Θα πρέπει να ανατρέξουμε πάλι στην κατηγορία αλλά και τους κύριους κατήγορους του Σωκράτη για να καταλάβουμε ακριβώς την ήταν το δαιμόνιο του και γιατί δεν τον προειδοποίησε. Την κατηγορία ήδη μας είναι γνωστή εκείνο λοιπόν που μένει, είναι να μελετήσουμε με λίγα λόγια τους τρεις κατήγορους.

1ος )Λύκων: Άγνωστο πρόσωπο αναφαίρετε μόνο το όνομα. Πρέπει να ήταν ρήτορας, διότι για λογαριασµό των ρητό­ρων κατηγόρησε τον Σωκράτη.

2ος )Άνυτος: Από τους τρεις ο κύριος κατή­γορος ήταν ο Άνυτος, οποίος υπήρξε αρχηγός των δημοκρατικών. Δεν άντεχε ν’ ακούει τον Σωκράτη να εκφράζετε ελεύθερα σε βάρος των αρχηγών της αθηναϊκής δημοκρατίας. Κι ο λό­γος που έβαλε τον Μέλητο να καταθέσει τη µήνυση εναντίον του Σωκράτη ήταν επειδή αµφέβαλε για το αποτέλεσα της δίκης. Σε περίπτωση που ο Σωκράτης αθωωνόταν, θα είχε κριθεί συκοφάντης και θα καταδικαζόταν ο ίδιος (1.000 δραχµές πρόστιµο και αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων, η λεγόµενη «ατιµία»). ο Άνυτος δεν ήθελε να σηκώσει τέτοια ευθύ­νη. Γιατί ο Άνυτος, ήταν φανατικός δηµοκράτης, έγινε στρατηγός το 409 και στάλθηκε µε 30 πλοία να βοηθήσει την Πύλο που την πολιορκούσαν οι Λακεδαιμόνιοι. Δεν τα κατάφερε όµως να εκδιώξει τους πολιορκητές και οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Εκεί, αφού «δέκασε» (δωροδό­κησε) τους δικαστές, κατάφερε να σώσει τη ζωή του. Ο άνθρω­πος αυτός είχε µε­γάλη δύναµη κι επιρροή στην αρχαία Αθήνα, και στη δύναµη αυτή (ίσως) οφείλεται η τελική κατα­δίκη του Σωκράτη.

3ος ) Ο Μέλητος (που πήρε τον όρκο). Ο Μέλητος, γιος αποτυχημένου τραγικού ποιη­τή – όπως αποτυχημένος ποιη­τής ήταν και ο ίδιος ο κατήγο­ρος – κατηγόρησε τον Σωκράτη για λογαριασµό των ποιητών, τους οποίους ο Σωκράτης πρό­σβαλε όταν είπε ότι αυτοί γρά­φουν «ού σοφία … αλλά φύσει τινί και ενθουσιάζοντες» (Απολο­γία 22C), δηλ. δεν γράφουν τα ποιήµατά τους από σοφία, αλλά από κάποια φυσική ορµή κι εν­θουσιασµό.

Για να συνεχίσουμε την μελέτη για το δαιμόνιο του, υπάρχει και η μαρτυρία του Αλκιβιάδη που ήταν μαζί του στην εκστρατεία της Ποτίδαιας ,όπου λέει, Συμπόσιο (220c):

Σε ελεύθερη νεοελληνική μετάφραση:

«Μια ημέρα στεκόταν όρθιος και ακίνητος από τα ξημερώματα, βυθισμένος Ως το μεσημέρι άρχισαν να τον παρατηρούν και άλλοι. Το βράδυ εξακολουθούσε να είναι καρφωμένος στο ίδιο σημείο, οπότε μερικοί Ίωνες έβγαλαν από περιέργεια τα στρωσίδια τους έξω απ’ τις σκηνές, για να τον παρακολουθούν και να δουν αν θα έμενε έτσι όλη τη νύχτα. Και παρέμεινε έτσι όρθιος μέχρι το ξημέρωμα και την ανατολή του ήλιου. Έπειτα προσευχήθηκε στον ήλιο κι έφυγε.»

Ακόμα εντυπωσιακό είναι το περιστατικό που έφερε σε αμηχανία τον φίλο του Αριστόδημο, τον οποίο συνάντησε ενώ πήγαινε στο δείπνο του Αγάθωνα (Συμπ. 174 α, κ.ε.). Ο Σωκράτης του πρότεινε να έρθει μαζί του και θα αναλάμβανε ο ίδιος την ευθύνη της πρόσκλησής του. Όμως καθώς έφτασαν στο σπίτι, ο Σωκράτης στάθηκε και τον παρακάλεσε να προπορευτεί. Ο Αριστόδημος μπήκε μέσα στο σπίτι με την ιδέα ότι ο Σωκράτης ερχόταν από πίσω, αλλά εκείνος είχε εξαφανιστεί. Ο δούλος του Αγάθωνα, που πήγε να βρει τον Σωκράτη, ανέφερε ότι στεκόταν όρθιος σε μία γειτονική στοά και παρέμενε ασάλευτος παρότι του μίλησε. Ο Αριστόδημος που γνώριζε για το δαιμόνιο συνέστησε να τον αφήσουν ήσυχο, και ο Σωκράτης εμφανίστηκε στη μέση περίπου του δείπνου.

Ο Ξενοφών έχει πιο πολύ την τάση να αποδίδει στο δαιμόνιο μια θετική όσο και αρνητική λειτουργία, ενώ μερικές από τις αναφορές του σ’ αυτό έχουν σαφέστατα απολογητικό σκοπό. Είναι φανερό ότι έπαιρνε σοβαρά τα υπονοούμενα πως ο Μέλητος και οι άλλοι, όταν κατηγορούσαν τον Σωκράτη για απόρριψη των θεών της πόλης και εισαγωγή νέων θεοτήτων, είχαν υπόψη τους το δαιμόνιο, και προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να αποδείξει ότι η εσωτερική φωνή ήταν απλώς ο τρόπος με τον οποίον κάποιος από τους γνωστούς θεούς φανέρωνε τη θέλησή του στον Σωκράτη, όπως περίπου φανερωνόταν και στους άλλους με οιωνούς, με χρησμούς και όσα άλλα αναγνωρισμένα μέσα προφητείας, μαντικής υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα. (Τούτο ήταν οι αιτία που πολλοί κατοπινοί συγγραφείς να στηριχτούν, και να μιλήσουν για την τέχνη της μαντικής. Ενώ από πουθενά δεν βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Σωκράτης ήταν ένας από τους μάντης της καθημερινής αρχαίας Αθήνας. ) . Ταυτόχρονα λοιπόν ο Ξενοφών κατατρυχόταν απ’ το φόβο μήπως το δαιμόνιο (η θεϊκή φωνή) θεωρηθεί απάτη, διότι ο Σωκράτης δεν έδινε μεγάλη έμφαση στο ότι δεν είχε καμιά προειδοποίηση από αυτό για την επικείμενη δίκη του, τη στιγμή μάλιστα που τον καταδίκασαν σε θάνατο. Η οξύμωρη απάντηση του Ξενοφών για τούτο, είναι ότι ο Σωκράτης ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία και η εκτέλεσή του τον έσωσε απ’ την μείωση των ικανοτήτων του, που θα ήταν λίγο αργότερα αναπόφευκτή.

Συνεχίζετε…..

Σωκράτης (5ο Μέρος)

Ο πιο ασυνήθιστος χώρος που αναζητήθηκαν ποτέ σοβαρές πληροφορίες για ένα φιλόσοφο είναι ασφαλώς η αθηναϊκή κωμωδία του πέμπτου αιώνα π. Χ. Με τον σαρκασμό, τις τερατώδεις φαλλικές ενδυμασίες και την χονδροειδή φάρσα της. Έτσι κι εμείς θαρρετά θα αναζητήσουμε τον Σωκράτη στα λόγια του συγγραφέα, με την έντονη σατιρική πάντα διάθεση Αριστοφάνη. Μόλο που ο στόχος ήταν βέβαια το γέλιο, πολλά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των έργων εδράζονταν στις τελετουργικές απαρχές της κωμωδίας και αντιπροσώπευαν μια παράδοση την οποία ο ποιητής κωμωδιογράφος δεν είχε την ελευθερία να καταργήσει. Μέσα στο πλαίσιο της παράδοσης έβαζε στο στόχαστρο της κριτικής του τους τρόπους και τις συνήθειες τις εποχής, αλλά και συγκεκριμένα άτομα τα οποία για διάφορους λόγους αποδοκίμαζε. Στους νεότερους χρόνους δεν υπάρχει αντίστοιχο φαινόμενο, αν και η κριτική με κωμικά μέσα είναι αρκετά γνωστή στη σάτιρα και την πολιτική γελοιογραφία.

Ο Αριστοφάνης και τέσσερις ακόμη συγγραφείς της παλαιάς κωμωδίας, ο Καλλίας, ο Αμειψίας, ο Εύπολις, ο Τηλεκλείδης αναφέρουν τον Σωκράτη. Οι δε Αμειψίας και Αριστοφάνης τον παρουσιάζουν και στη σκηνή.

Ο Αριστοφάνης είναι ο μόνος σύγχρονος του Σωκράτη του οποίου το έργο <Νεφέλες> που σχεδόν όλο πραγματεύεται για τα “δήθεν” πιστεύω του Σωκράτη, έφτασε ολόκληρο και σήμερα. Τούτο το έργο γράφτηκε πολύ πριν από τη δίκη του φιλοσόφου και στην κωμωδία αυτή παρουσιάζεται ο «σοφιστής» Σωκράτης να δέχεται στη «σχολή» του τον αφελή/αγράμματο Στρεψιάδη. Ο Σωκράτης του διδάσκει τους νέους θεούς που θα πρέπει να πιστεύει και που είναι : Οι νεφέλες/σύννεφα, το χάος και η γλώσσα.

Σωκράτης: Ἄλλο τι δῆτ᾿ οὐ νομιεῖς ἤδη θεὸν οὐδένα πλὴν ἅπερ ἡμεῖς, τὸ Χάος τουτὶ καὶ τὰς Νεφέλας καὶ τὴν Γλῶτταν, τρία ταυτί ;….

Με υποσχέσεις τον πείθει πως με την πάρα πολύ σκληρή εξάσκηση στη φιλοσοφία και την ρητορική θα γίνει ικανός να μεταπείθει τους δανειστές του, να περνά ο λόγος του στην εκκλησία του Δήμου, βασικά, έτσι να πετύχει σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής του.

Φανερά λοιπόν λανθάνει ο μη αντικειμενικός Αριστοφάνης και με σφοδρό μίσος, (γιατί είχε διαδοθεί, πως είχε συνδεθεί το όνομα του Σωκράτη με το όνομα του Ευριπίδη, με τον υπαινιγμό ότι τάχα του έγραφε ο Σωκράτης τα δράματα), απεικονίζει κωμικά τον Σωκράτη που του είχε φορτώσει όλα τα μισητά και υπερβολικά χαρακτηριστικά που ήξερε για τους σοφιστές. Αλλά πως γίνετε και δεν διέφερε από τους σοφιστές;

Είναι απλό.

Ο Σωκράτης ουδέποτε ασχολήθηκε με την φυσική (σοφιστική) φιλοσοφία. Αντίθετα είναι ο κύριος μετατραπείς της φιλοσοφίας προς τον «έσω» άνθρωπο (εαυτό, ψυχή). Από την άλλη πάλι μεριά οι Νεφέλες απαλλάσσουν τον Σωκράτη από την ευθύνη της ανήθικης διδασκαλίας των σοφιστών. Ο επίδοξος μαθητής του πηγαίνει σ΄ αυτόν με την προσδοκία να μάθει πώς να εξαπατά, και να ενθαρρύνεται σε αυτό από το χορό:

Χορος. Παρθένοι μβροφόροι,λθωμεν λιπαρν χθόνα Παλλάδος, εανδρον γν Κέκροποςψόμεναι πολυήρατον· ο σέβας ρρήτων ερν, να μυστοδόκος δόμος ν τελετας γίαιςναδείκνυται·

ορανίοις τε θεος δωρήματα, ναοί θ᾿ ψερεφες κα γάλματα,

κα πρόσοδοι μακάρων ερώταται εστέφανοί τε θεν θυσίαι θαλίαι τε παντοδαπασιν ραις, ρίτ᾿ περχομέν Βρομία χάρις

εκελάδων τε χορν ρεθίσματα κα μοσα βαρύβρομος αλν….

Μα στην πραγματικότητα το μόνο που του μαθαίνει ο Σωκράτης είναι ένα σωρό άχρηστα και ουτοπικά πράγματα. Η μεγαλύτερη λοιπόν, απ’ τις Νεφέλες, κατηγορία εναντίον του είναι ότι σπαταλά το χρόνο του σε φλυαρίες και σχολαστικές συζητήσεις.

…..Σωκράτης: Ποίους θεοὺς ὀμεῖ σύ ; Πρῶτον γὰρ θεοὶ

ἡμῖν νόμισμ᾿ οὐκ ἔστι…..

Σωκράτης: Καὶ συγγενέσθαι ταῖς Νεφέλαισιν εἰς λόγους,

ταῖς ἡμετέραισι δαίμοσιν ;…..

Σωκράτης:. Αὗται γάρ τοι μόναι εἰσὶ θεαί, τἄλλα δὲ πάντ᾿ ἐστὶ φλύαρος….

Το μίσος του Αριστοφάνη είναι εμφανές όπου τον αναφέρει ευκαιριακά και σε άλλες κωμωδίες με το ίδιο ύφος. Ενώ οι άλλοι συγγραφείς στις κωμωδίες τους δεν έχουν δυσφημιστικές αναφορές. Ο Αμειψίας π.χ. λέει στον Κόννο ότι ο Σωκράτης μπορεί να είναι ανόητος, πειναλέος, φτωχοντυμένος και γεννημένος να εξοργίζει τους παπουτσήδες (διότι ποτέ δεν φορούσε παπούτσια), αλλά διαθέτει μεγάλη καρτερία και ποτέ δεν ξεπέφτει στην κολακεία. Ο Εύπολις πάλι λέει για τον Σωκράτη πως δεν ήξερε ούτε και νοιαζόταν που θα έβρισκε το επόμενο γεύμα του. Επιπλέον τον παρουσιάζει ως ρυπαρό(στην κυριολεξία «άπλυτο»), ακατάσχετο πολυλογά που του άρεσε να σπαταλά το χρόνο του σε διαλεκτικές λεπτολογίες. Μια πετυχημένη γελοιοποίηση πρέπει να βασίζεται σένα διαβόητο γεγονός, ή σε κάτι που ο κόσμος πιστεύει πως είναι διαβόητο. Πρόκειται, πράγματι, για μια καρικατούρα, αλλά θα πρέπει να είμαστε ανόητοι αν δεν αναρωτηθούμε ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα που ερμηνεύουν την καρικατούρα, και αν δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε να εμφανίζονται ξανά από διαφορετική άποψη, οπτική γωνία, στα όσα μας λέει ο Ξενοφών και ο Πλάτωνας. Εάν δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, έστω υπό το κάλυμμα της καρικατούρας και της μισητής διακωμώδησης, μερικά από τα γνωρίσματα που βρίσκουμε στις πιο σοβαρές αφηγήσεις για τον Σωκράτη, αυτές που μας προσφέρουν άλλοι προσωπικοί του γνώριμοι, είναι θεμιτό να το θεωρούμε ως επιβεβαίωση της ιστορικής τους αληθοφάνειας και ίσως μπορεί και να μας ενθαρρύνει, με τις δέουσες βέβαια επιφυλάξεις, στο να χρησιμοποιούμε τον Αριστοφάνη για να διευρύνουμε αποκτημένες γνώσεις.

Ο Ξενοφών και ο Πλάτων αναφέρονται αρκετές φορές στη κακή μεταχείριση του Σωκράτη απ’ τους κωμωδιογράφους, αν και οι αναφορές αυτές δεν αφορούν οπωσδήποτε όλες τον Αριστοφάνη. Στον <Οικονομικό>(11,3) ο Σωκράτης λέει «ότι υποτίθεται πως είναι πολυλογάς, ότι μετράει αέρα κοπανιστό και- η πιο ανόητη απ’ όλες τις κατηγορίες- ότι είναι φτωχός», ενώ στο <Συμπόσιο>(6,6) ο Ξενοφώντας κάνει μια απευθείας αναφορά στις Νεφέλες, όταν ο «ιμπρεσάριος» ρωτάει με αγένεια τον Σωκράτη όχι μόνο αν είναι «αυτός ο λεγόμενος φροντιστής», αλλά κι αν μπορεί να του πει πόσα πόδια ψύλλου βρίσκεται μακριά του, «γιατί αυτού του είδους τη γεωμετρία λένε ότι ασκείς».

Συνεχίζετε….