Οι ραγιάδες, στην πλειοψηφία τους, ήσαν άνθρωποι αμόρφωτοι, αγράμματοι γίνονται όμως ανώνυμοι δημοτικοί στιχουργοί καθώς γνωρίζουν πως με το λόγο εμπνέουν και συμπαρασύρουν κι άλλους Έλληνες στον αγώνα για την απελευθέρωση με τα ποιητικά τους πονήματα. Έτσι η προφορική ιστορία περνά μέσα από τα δημοτικά τραγούδια, καθώς ετούτα έχουν το μοναδικό χαρακτηριστικό της παρότρυνσης για την λευτεριά. Δεν έδιναν μόνο το θάρρος και την ελπίδα, αλλά απέπνεαν τη σιγουριά ότι ήταν ικανοί και έτοιμοι για να επαναστατήσουν κατά των δυναστών τους.
Μοναδικός τους στόχος εκείνων των τραγουδιών ήταν να θρέψουν την ελπίδα και να τονώσουν το εθνικό αίσθημα για την επανάσταση και την απελευθέρωση από τα δεσμά της σκληρής φορολογίας των μουσουλμάνων.
Στον ορθόδοξο πληθυσμό του ελλαδικού χώρου τα τραγούδια είναι δημιουργήματα μιας συγκεκριμένης περιόδου της Τουρκοκρατίας, και πιθανό μετά τον 16ο αιώνα ενώ στα θέματά τους διαφαίνεται το παιδομάζωμα, η επαναστατική δράση των κλεφτών και των αρματολών. Στους στίχους εγκωμιάζεται η ζωή, τα κατορθώματα, η νικηφόρα μάχη ή ο ένδοξος θάνατός τους ενώ μοιρολογούν για το παιδομάζωμα. Μολονότι αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, δεν περιλαμβάνουν ακριβή διήγηση, ούτε προσήλωση σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Εδώ οι ήρωες, σε αντίθεση από τα ακριτικά, δεν έχουν υπερφυσικές ικανότητες και είναι απλοί θνητοί που μπορούν να επαναστατήσουν απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
‘’Παιδομάζωμα’’
Ανάθεμα σε, βρε Πασιά (Βασιλιά), και τρις ανάθεμά σε
με το κακόν οπόκαμες, με το κακό που κάνεις!
Στέλνεις, τραβάς τους γέροντάς, τους πρώτους, τους παπάδες,
να μάσεις παιδομάζωμα, να κάμεις Γιανιτσάρους.
Κλαιν οι μανάδες τα παιδιά, κ’ οι αδερφές τ’ αδέρφια,
κλαίγω κ’ εγώ και καίγομαι κι όσο να ζω θα κλαίγω
πέρσι πήραν το βλάμη (αδερφό) μου, φέτο τον μοναχό (γιό) μου.
‘’Του Μπουκουβάλα’’
Τι νά ναι ο αχός που γίνεται κ' η ταραχή η μεγάλη,
'ς τη μέση 'ς το Κεράσοβο και 'ς τη μεγάλη χώρα;
Ο Μπουκουβάλας πολεμάει με τους Μουσουχουσαίους.
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή, και τα βουνά βογγάνε.
Κ' ένα πουλάκι φώναξε ναπό ψηλό κλαράκι.
"Πάψε, Γιάννη μ', τον πόλεμο, πάψε και το τουφέκι,
να κατακάτση ο κουρνιαχτός, να σηκωθή η αντάρα,
να μετρηθή κ' η κλεφτουριά, να μετρηθή τασκέρι."
Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φοραίς και λείπουν πεντακόσιοι,
μετριούνται τα κλεφτόπουλα και λείπουν τρεις λεβένταις.
Οι αντιπροτάσεις που βλέπουμε να αναπτύσσονται στους διαλόγους των προεπαναστατικών τραγουδιών (όπως των παρακάτω στίχους) είναι μεταξύ Οθωμανών, πλούσιων κατά φτωχών ή κυρίων κατά δούλων, γαιοκτημόνων κατά μικροκαλλιεργητών, αρχόντων που συνήθως ήταν δημογέροντες και κατά ραγιάδων.
‘’….Εγώ ραγιάς δε γένομαι, Τούρκους δεν προσκυνάω,
δεν προσκυνώ τους άρχοντες και τους κοτζαμπάσηδες (δημογέροντες),
μον’ καρτερώ την άνοιξη, να ’ρθουν τα χελιδόνια,
να βγουν οι σπάθες (βλάχες) στα βουνά, να βγουν τα γιαταγάνια (βλαχοπούλες)…’’
‘’Για το νεκρικό
ταξίδι (Πειραιά - Σαλαμίνα), του Αρχιστράτηγου Γεωργίου Καραϊσκάκη’’
‘’…Μαρτυράτε το Φραντζέζοι
πέστε το και σεις Ηγγλέζοι
π(ου) η σωρός του μέσ’ στη σκούνα
την Τουρκιά κι εσάς τρομάζει…’’
‘’Το τραγούδι του Κολοκοτρώνη’’
Σιμά τρώμε και πίνουμε και λιανοτραγουδούμε
δεν κάνουμε κ ένα καλό, καλό για την ψυχή μας:
-κόσμος φκειάνουν τζαμιά, φκειάνουν και μοναστήρια-
να πάμε να καρτερήσουμε ς’ της Τρίχας το γεφύρι,
θε να περάση ο βειβόντας με τους αλυσωμένους,
να κόψουμε τους άλυσους να βγουν οι σκλαβωμένοι;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου