Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Σωκράτης (8ο Μέρος)

Η ιδέα ενός θεϊκού νου (για τον Σωκράτη ο Απόλλωνας), που περίπουαντιστοιχεί στον δικό μας, αλλά ήταν καθολικός και περισσότερος καθαρός (απ’ τις αργότερα προσμίξεις άλλων παραδόσεων, ξένων προς το ελληνικό πνεύμα), ήταν πλατιά διαδεδομένη τον πέμπτο αιώνα στην Αθήνα και αποδίδεται στον Σωκράτη απ’ τον Ξενοφώντα. Στην Απολογία δε του Πλάτωνα ο Σωκράτης λέει ότι ήταν λάθος να παρακούσει τις εντολές του θεού από φόβο μήπως πεθάνει (28e), και ότι όσο κι αν αγαπούσε τους Αθηναίους, θα υπακούσει στον θεό μάλλον παρά σ’ αυτούς (29d), ότι ο θεός τον έστειλε στην πόλη για το συμφέρον της (30d-e) και ότι οι θεοί δεν αδιαφορούν για την τύχη του καλού ανθρώπου(41d). Υποστηρίζει μάλιστα ότι δεν είναι θεμιτόν ο καλύτερος να βλάπτεται απ’ τον χειρότερο (30d) και ότι ο παράγοντας που το υπαγορεύει δεν είναι ασφαλώς ανθρώπινος αλλά απ’ τους θεούς, θεϊκός. Τόσο η Απολογία όσο και ο Ευθύφρων αναφέρουν ότι έπαιρνε σοβαρά (το θεϊκό σημείο), το δαιμόνιο, το οποίο θεωρούσε φωνή θεού. Στο χωρίο 29d ο Σωκράτης έχει στο νου του τον Απόλλωνα και το χρησμό του, ενώ στο 41d μιλάει για τους θεούς στον πληθυντικό καταδεικνύοντας την θρησκευτική του άποψη. Όλα τούτα αποτελούν γνωστές σωκρατικές θέσεις, τις βασικές αρχές των οποίων μπορεί να βρει κάποιος επαναλαμβανόμενες πολλές φορές στα σωκρατικά έργα. Κατά συνέπεια δεν δοκιμάζουμε έκπληξη που ο Σωκράτης στον Αλκιβιάδη φανερώνει τη τέχνη του επιμελείσθαι εαυτό, έχοντας πρώτα αποδείξει ότι η γνώση του εαυτού μας σημαίνει γνώση ψυχής και όχι ένα ά-ψυχο σώμα. Τι είναι όμως η τέχνη αυτή; Θα πρέπει πρώτα να μάθει κανείς τη φύση και το σκοπό οποιουδήποτε πράγματος, για να μπορέσει να το κατασκευάσει, να το επιδιορθώσει ή να το φροντίσει καταλλήλως. Έτσι και στη ζωή δεν μπορούμε να έχουμε μία τέχνη για τη βελτίωση του εαυτού μας πριν καταλάβουμε πρώτα καλά τι είμαστε. Άρα το πρώτο μας καθήκον είναι να συμμορφωθούμε προς την δελφική εντολή ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ, διότι απ’ την στιγμή που γνωρίζουμε τον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε και πώς να τον φροντίζουμε, ενώ διαφορετικά δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ. (128b-129a, 124a Την επιδοκιμασία του δελφικού παραγγέλματος την ξαναβρίσκουμε στον πλατωνικό Φαίδρο 229e και στα Απομν. του Ξενοφώντα (4,2,24 και 3,9,6), όπου το να μην γνωρίζει κάποιος τον εαυτό του ισοδυναμεί με το να μην έχει επίγνωση της άγνοιάς του, ένα είδος αφροσύνης που αποκαλύφθηκε ήδη στον Αλκιβιάδη. Ο Πλούταρχος προς Κωλέτην (1118c), αναφέρει πως ο Αριστοτέλης έλεγε ότι αυτό το δελφικό απόσπασμα υπήρξε η αφετηρία των σωκρατικών ερευνών για τη φύση του ανθρώπου). Πως τώρα φτάνουμε σ’ αυτή τη γνώση του πραγματικού εαυτού μας; Φτάνουμε, κατά τον Σωκράτη πάντα, μέσω μιας άλλης διάκρισης ανάμεσα στον χρήστη ενός πράγματος και στο ίδιο το πράγμα που χρησιμοποιεί. Ο Αλκιβιάδης υποχρεώνεται πρώτα να παραδεχτεί πως τα δύο αυτά πράγματα είναι πάντοτε διαφορετικά: αυτός και ο Σωκράτης είναι άνθρωποι που συνομιλούν χρησιμοποιώντας λόγους, αλλά οι λόγοι τους οποίους χρησιμοποιούν είναι κάτι διαφορετικό από τους ίδιους. Ο τσαγκάρης είναι άλλο πράγμα απ’ το κοπίδι και το βελόνι του, το ίδιο κι ο μουσικός απ’ το όργανό του. Μα μπορούμε να πάμε ακόμα πιο μακριά. Ο τσαγκάρης σαν παράδειγμα, ή οποιοσδήποτε άλλος τεχνίτης, δεν χρησιμοποιεί μόνο τα εργαλεία του, αλλά και τα χέρια του και τα μάτια του. Αυτό μπορούμε να το γενικεύσουμε και να πούμε ότι το σώμα συνολικά είναι κάτι που το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να πραγματοποιεί τους σκοπούς του, τα πόδια π.χ., για να τον πηγαίνουν όπου θέλει, κ.ο.κ. Και αν δεχτούμε ότι η παραπάνω γενίκευση έχει νόημα, θα πρέπει να δεχθούμε και το ότι, όταν μιλάμε για τις προσωπικές ιδιότητες ενός ανθρώπου, εννοούμε κάτι διαφορετικό από το σώμα του – στην πραγματικότητα κάτι που χρησιμοποιεί το σώμα ως όργανό του. Αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο εκτός από την ψυχή, η οποία, κατά τον Σωκράτη, χρησιμοποιεί και ελέγχει (άρχει) στο σώμα. Κατά συνέπεια αυτός που είπε γνώθι σαυτόν στην ουσία μας προστάζει να γνωρίσουμε την ψυχή μας (130c). Για να επιστρέψουμε στη διάκριση που κάναμε προηγουμένως, η γνώση του σώματος είναι γνώση ενός πράγματος που προσιδιάζει σε κάποιον όπως το παπούτσι προσιδιάζει στο πόδι, αλλά όχι γνώση του αληθινού εαυτού του.

Και κατά τον ίδιο τρόπο το να φροντίζεις για το σώμα σου δεν σημαίνει ότι φροντίζεις για τον αληθινό εαυτό σου. Το να γνωρίζεις τον εαυτό σου είναι συγχρόνως μια διανοητική και μια ηθική επίγνωση, διότι σημαίνει ότι αυτό που η φύση προόρισε ως κυρίαρχο στοιχείο είναι ο εαυτός, (η ψυχή), όχι το σώμα: το να γνωρίζεις τον εαυτό σου σημαίνει πως ελέγχεις, τον εξουσιάζεις (σώφρων, 131b και 133c).

Τα παραπάνω ίσως διαφωτίζουν κάπως όσα είπαμε για την Σωκρατική νοησιαρχία, σ’ αυτό επίσης το σημείο ο Σωκράτης χρησιμοποιεί την ίδια επιχειρηματολογία για να εκφράσει την αντίθεσή του στα ισχύοντα ερωτικά κριτήρια: Ο ίδιος μπορεί σωστά να χαρακτηριστεί ως εραστής του Αλκιβιάδη, γιατί αγαπά την ψυχή του. Όσοι όμως αγαπούν το σώμα του δεν αγαπούν τον Αλκιβιάδη, παρά μόνο κάτι που του ανήκει. Όλα αυτά αποτελούν γνωστές σωκρατικές θέσεις, και που έχει αποδείξει ότι γνώση του εαυτού μας σημαίνει γνώση της ψυχής και όχι του σώματος. Συνεχίζοντας αποκαλύπτετε ότι, αν θέλουμε να μάθουμε τι είναι ψυχή, πρέπει να εξετάσουμε κυρίως εκείνο το τμήμα της όπου εδρεύει η αρετή της, για να προσθέσει αμέσως πως αυτή η αρετή της ψυχής είναι η σοφία. Το να ξέρει κανείς τι είναι κάποιο πράγμα σημαίνει να ξέρει ποιο σκοπό εξυπηρετεί, και έχουμε ήδη ανακαλύψει ότι τούτο το έργον, ή ο σκοπός της ψυχής, είναι να διευθύνει, να κυβερνά ή να ελέγχει. Ότι η αρετή είναι η γνώση αληθεύει σε όλη την κλίμακα των ανθρωπίνων επαγγελμάτων. Η αρετή του τσαγκάρη είναι η γνώση του σκοπού που εξυπηρετούν τα παπούτσια και η γνώση της κατασκευής τους, η αρετή του γιατρού είναι η γνώση του σώματος και της φροντίδας του. Και η αρετή του ολοκληρωμένου ανθρώπου, και ως ατόμου και ως κοινωνικού όντος, είναι η γνώση των ηθικών και πολιτικών αρετών – της δικαιοσύνης, της ανδρείας και των άλλων – τις οποίες όλοι οι φιλόδοξοι Αθηναίοι πολιτικοί ισχυρίζονταν απερίσκεπτα ότι κατανοούσαν, ενώ ο Σωκράτης είχε το δυσάρεστο καθήκον να τους δείξει ότι αγνοούσαν (ακόμη και ο ίδιος εξάλλου) ολότελα τη φύση αυτών των αρετών. Εδώ έχουμε ολόκληρο το σκεπτικό που βρισκόταν πίσω από την παραίνεση στην Απολογία για επιμέλεια της ψυχής και για γνώση και αλήθεια μάλλον, παρά για πλούτο ή δόξα, κάτι που δεν θα ταίριαζε, ή μάλλον θα ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί σένα λόγο μπροστά στους δικαστές κατά τη διάρκεια της δίκης του.

Το επόμενο ζήτημα που θίγεται στον Αλκιβιάδη έρχεται μάλλον απροσδόκητα για τον σύγχρονο αναγνώστη, αλλά ο Σωκράτης το εισαγάγει χωρίς κανέναν πρόλογο: «Μπορούμε να αναφέρουμε», ρωτάει (133c) «κανένα θεϊκότερο γνώρισμα της ψυχής εκτός από αυτό που σχετίζεται με τη γνώση και τη σκέψη; Άρα αυτή η πλευρά της μοιάζει με το θεό, και εάν κανείς έχει τα μάτια του στραμμένα προς αυτή την κατεύθυνση και κατανοήσει όλη τη θεϊκότητά της – τη σοφία- τότε θα γνωρίσει πλήρως τον εαυτό του». Ο θεός, συνεχίζει, αντικατοπτρίζει τη φύση της ψυχής καθαρότερα και ζωηρότερα απ’ οτιδήποτε άλλο στις ψυχές μας και επομένως, μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε ως καθρέπτη και για την ανθρώπινη φύση, εάν αυτό που αναζητούμε είναι η αρετή της ψυχής και αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να δούμε και να καταλάβουμε τους εαυτούς μας.

Συνεχίζετε…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου