Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Φίλη, «η αγάπη» των Ελλήνων για τη Σοφία



Το Ελληνικό πνεύμα της φιλοσοφίας γέννησε τις επιστήμες και μόρφωσε τις δύο κατοπινές μονοθεϊστικές θρησκείες του Χριστιανισμού και του Μωαμεθανισμού.
Έχουν ειπωθεί πάρα πολλά, έχουν γραφτεί ακόμα περισσότερα για τους Έλληνες φιλοσόφους και την φιλοσοφική τους πρόοδο που απ’ τέλη του 7ου μ.Χ. αιώνα διαμόρφωσαν την Δυτική σκέψη. Οι προσωκρατικοί έδωσαν πρώτοι έμφαση στα θέματα της φυσικής δίδοντάς τους και την επιστημονική μορφή στη φιλοσοφία. Καθώς ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε αυτούς ως: «Οι ερευνητές της Φύσης». Τα επιστημονικά ενδιαφέροντα τους περιελάμβαναν τα μαθηματικά, την αστρονομία και τη βιολογία. Καθώς οι πρώτοι τούτοι φιλόσοφοι έκτιζαν την ορθολογική ενότητα των πραγμάτων, απέρριπταν τις μέχρι τότε μυθολογικές εξηγήσεις του κόσμου. Κανένας, όμως, δεν μπορεί με ακρίβεια να προσδώσει τα αίτια όπου οι Έλληνες αναζήτησαν φιλοσοφικά τη γνώση για την ύπαρξη και τη συνέχιση του κόσμου στις θεμελιώσεις αυτές. Η λέξη φιλοσοφία τέθηκε για πρώτη φορά σε σχέση με την πρακτική ζωή από τον Πυθαγόρα (περίπου 582-504 π.Χ.), από το οποίο έλαβε το όνομά της: «η αγάπη της σοφίας». Ήταν η Πυθαγόρεια φιλοσοφία εκείνη που οδηγούσε τον κόσμο ως την τέλεια αρμονία, και εξαρτιόταν απ’ τους αριθμούς, που απέβλεπαν στο να ωθήσουν την ανθρωπότητα το να έχουν μια άριστη αρμονική ζωή. Το αριθμητικό φιλοσοφικό δόγμα του παρέμεινε μυστικό και παρατάθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος μετά από τους Πυθαγόρειους, συμπεριλαμβανομένου του Δάμωνα, κυρίως στην Κάτω Ιταλία.
Θα πρέπει να νοήσουμε ότι η τότε φιλοσοφία δεν επιτρέπετε σε καμία περίπτωση να ταυτίζεται με τις σημερινές σπουδές και τα πτυχία της φιλοσοφίας στα πανεπιστήμια ανά τον κόσμο. Παρόλο το εύρος της έννοιας της Φιλοσοφίας, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι πρόκειται για επιστήμη. Επομένως η μέθοδος ενός στοχασμού ώστε αυτός να ονομασθεί φιλοσοφικός πρέπει να τηρεί συγκεκριμένα επιστημονικά κριτήρια και στάδια. Τούτα τα στάδια είναι εκείνα της Παρατηρήσεως, της Υποθέσεως, του Πειράματος, της Απόδειξης και της Επαναλήψεως. Ο φιλοσοφικός στοχασμός απαραίτητα πρέπει να εγκολπώνει την επιστημονική αποδεικτική διαδικασία.
Μέχρι τον 3ο αιώνα π.Χ. οι τομείς όπου ήταν δυνατό να αναπτυχθεί συστηματική γνώση, όπως τα μαθηματικά και η αστρονομία, αποσπάστηκαν από τον κεντρικό κορμό της φιλοσοφίας και απετέλεσαν χωριστά πεδία που σήμερα ονομάζουμε επιστήμες. Ακολουθώντας τις ιδέες του Αριστοτέλη, οι φιλόσοφοι εκτός της κυρίως Ελλάδος, στην Αλεξάνδρεια και την Ιταλία κατάλαβαν ότι εκείνο που είχε σημασία ήταν η ανάπτυξη της εφαρμοσμένης γνώσης και της επιστημονικής τεχνολογίας όπου έτσι προχώρησαν στη έρευνα που οδήγησε στη θεμελίωση τους.
Η ίδια η φιλοσοφία, δηλαδή οι υπόλοιποι συνιστώντες τομείς, σταδιακά έφθινε και κατέληξε σε αδιέξοδο κατά την ύστερη περίοδο της αρχαιότητας γύρω στον 2ο αιώνα μ.Χ.
Η Σωκρατική διδασκαλία (όπως διατυπώθηκε από τον Πλάτωνα) συγκρούστηκε με την σοφιστική, τελικά αναγκάστηκε να παραχωρήσει την θέση της και την Ακαδημία στους σκεπτικούς, τους τελευταίους εκπροσώπους του γνήσιου ερευνητικού ελληνικού πνεύματος που αναγνώρισαν ότι καμία από τις αντιτιθέμενες πιθανές φιλοσοφικές τάσεις δεν είχε τα επιχειρήματα που θα χρειαζόταν για να κυριαρχήσει. Έτσι οι φιλοσοφικές τάσεις αποδείχθηκαν ισοσθενείς και η φιλοσοφία έφτασε και τυπικά εις εποχήν.
Αντίθετα, μέσα σε πέντε αιώνες, ο Πλατωνικός ιδεαλισμός μεταλλάχθηκε και ενσωματώθηκε στο χριστιανικό δόγμα, σαν θρησκεία πια, διαδόθηκε και κυριάρχησε του Μωαμεθανισμού έως και την Αναγέννηση, αποτελώντας μαζί οι δύο θρησκείες σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη και στη διάδοση των επιστημών.
Σήμερα ο τομέας που ονομάζουμε συνήθως φιλοσοφία, βρίσκεται σε υποχώρηση και το επίθετο φιλόσοφος, τουλάχιστον στα έγκυρα ιδρύματα της Δύσης, παραπέμπει σε επαγγελματική ιδιότητα και όχι υποχρεωτικά σε τρόπο σκέψης. Το αποτέλεσμα της σταδιακής απόσχισης των επιστημονικών κλάδων της φιλοσοφίας είναι να παρουσιάζεται μια ανακύκλωση των ίδιων ολιγάριθμων κεντρικών ιδεών της με νέα μορφή κάθε φορά δημιουργώντας την ψευδαίσθηση δημιουργίας νέων φιλοσοφικών θεωριών. Ο κεντρικός πυρήνας των πιθανών απαντήσεων στα παρακάτω κοινά φιλοσοφικά ερωτήματα :

• υπάρχει κάποια υπερφυσική πρόνοια;
• ζούμε σε ένα ντετερμινιστικό σύμπαν;
• υπάρχει έξω-κοινωνική («αντικειμενική») ηθική;
• υπάρχει «αντικειμενική» πραγματικότητα;
• υπάρχει κόσμος (τάξη στο σύμπαν);
• υπάρχει σκοπός (τελεολογικά) στη ανθρώπινη ζωή;
• υπάρχει ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην οργανική και ανόργανη ύλη;
• μπορεί να υπάρξει αντικειμενική, πλήρης, ασφαλής γνώση για οτιδήποτε;
• υπάρχει τίποτε πέρα από τον λεγόμενο φυσικό κόσμο;
• κ.λ.π.

Τελικά αφορά μια κατάφαση ή μια άρνηση. Παρόλο που ο παραπάνω κατάλογος μπορεί να είναι ελλιπής, αν υπολογίσουμε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς τους, δηλαδή 29 = 512, θα φανεί ότι στην ομάδα που απομένει μετά την αφαίρεση των πλεονασματικών και ασυνάρτητων συνδυασμών, μάλλον περιλαμβάνονται όλα τα φιλοσοφικά και θεολογικά συστήματα που εμφανίστηκαν με διάφορες μορφές ως σήμερα.
Φαίνεται λοιπόν ότι όχι μόνο δεν έχει προταθεί μέχρι σήμερα αλλά είναι δύσκολο να εντοπιστεί και κάτι πραγματικά νέο στον τομέα που συνηθίζουμε να ονομάζουμε φιλοσοφία. Αντίθετα επιβεβαιώνεται ότι οι άνθρωποι: «ἀπειράκις τὰς αὐτὰς δόξας ἀνακυκλεῖν».
Η διαδικασία της απόσπασης οποιουδήποτε τμήματος της φιλοσοφίας καταφέρνει να συγκεντρώσει συστηματική γνώση συνεχίζεται. Τα τμήματα αυτά μετατρέπονται σε αυτόνομες επιστήμες ενώ συγχρόνως και κάθε φορά, η φιλοσοφία γίνεται κατά τόσο φτωχότερη. Με την απόσπαση της Λογικής και της Πειραματικής Ψυχολογίας κατά τον προηγούμενο αιώνα και μετά την διαφαινόμενη απόσπαση της επιστήμης της σκέψης (science of cognition ) και την αναζήτηση Δαρβίνειων εξηγήσεων για την ανθρώπινη ηθική, σήμερα, εκτός από την θεολογία και την ιστορία της φιλοσοφίας, ο μόνος αξιόλογος τομέας που της απομένει είναι η επιστημολογία ή φιλοσοφία της επιστήμης.
Οι σχέσεις της θρησκείας και της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστημονική σκέψη κατά τη βυζαντινή περίοδο και την περίοδο της τουρκοκρατίας είναι μια θεματική που απασχολεί ιδιαίτερα τον χώρο της έρευνας για το Βυζάντιο. Tο ερώτημα αν στη συγκεκριμένη περίοδο υπήρξε καλλιέργεια αυτόνομης φιλοσοφικής σκέψης ή η φιλοσοφία παρέμεινε «θεραπαινίς» της θεολογίας, ερμηνεύεται κυρίως από τη στάση της πατερικής παράδοσης και των βυζαντινών λογίων απέναντι στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.


Πηγές, Βιβλιογραφία:

Δεληγιώργη Αλεξανδρα. «Ο μοντερνισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία» Εκδόσεις, Αλεξάνδρεια. ISBN: 960-221-371-Χ. 2007

Συλλογικό έργο. «Η φαινομενολογία του πνεύματος του Γκ. Β. Φ. Χέγκελ». Εκδόσεις, Αλεξάνδρεια.

http://www.iep.utm.edu/greekphi/

http://www.protagoras.gr/

1 σχόλιο:

  1. Πιστεύω ότι πρέπει να μπαίνω στον χώρο σου,όταν έχεις σοβαρά θέματα.Απαντώ εκφράζοντας την γνώμη μου, σύμφωνα με τις γνώσεις μου.α)είναι επόμενο η φιλοσοφία να χωριστεί σε πολλα μέρη ,γιατί και μόνο τα βιβλία του Αριστοτέλη αποτελούν το καθένα και διαφορετικό κλάδο επιστήμης(τώρα καταπιάνομαι με τον Πλάτωνα ,αργότερα με τον Αριστοτέλη στην ομάδα τα παπάκια)
    β)απαντω κατα σειρά στις ερωτήσεις.1)ναιεξ επαγωγής η δημιουργία της,οφειλουμένη στην μεταβολή2)ναι, φτάσαμε στο νουκλερίνο και στην σκοτεινή ύλη3)όχι είναι δημιούργημα αποδοχής των κανόνων απο το σύνολο4)ο καθένας έχει την δική του αντίληψη 5)ναι σε τελειώτητα 6)ναι οκαθένας αποδίδει τα μέγιστα σαν το τελευταίο μοντέςλο της φύσηςπροετοιμάζοντας το επόμενο.7)όχι δεν θα είχαμε ισορροπία 8)όχι μερικά πράγματα υπάρχουν σε νοητικό επίπεδο, εφαρμόζοντε και επιφέρουν το ποθητόν αποτέλεσμα στην πράξη.9)όλα είναι φυσικός κόσμος. η θεοσοφία είναι παράγωγο της φιλοσοφίας ,ενώ η θεολογία δύσκολα γίνεται αποδεχτή σαν επιστήμη. Στο Βυζάντιο όπου η θεοσοφία είχε πρωτεύοντα ρόλο ,δεν μπορεσε να αναδείξει μυαλά όπως της κλασικής Ελληνικής περιόδου.Σ.Σ. μαθαίνω για αλλαγές στην αμοιβή των υπερωριών, μήπως μπορούμε να φιλοσοφίσουμε; και να καταδείξουμε το αληθές;το κείμενο το αντέγραψα στο word

    ΑπάντησηΔιαγραφή